Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Zinedine’s last dance



2006, τελικός μουντιάλ στη Γερμανία. Φιναλίστ η Ιταλία και η Γαλλία. Γιατί γράφω για αυτό; Περσινά ξινά σταφύλια; Αν το πιστεύετε αυτό, σας παραπέμπω στο τέλος της δεύτερης παραγράφου του προηγούμενου κειμένου και εδώ: http://alwaysspreadingchristmascheer.tumblr.com/.

Ο τελικός αυτός έμεινε στην ιστορία κυρίως λόγω της περιβόητης κεφαλιάς που έδωσε κατά τη διάρκεια της παράτασης o Zinedine Zidane στον Materazzi, με συνέπεια να αποβληθεί με απευθείας κόκκινη κάρτα. Το συμβάν αυτό προκάλεσε πολλές αντιδράσεις και συζητήσεις για το κατά πόσο έχει δικαίωμα ένας αθλητής του βεληνεκούς και του κύρους του Zidane να συμπεριφέρεται έτσι στο γήπεδο. Πολλοί οπαδοί του απογοητεύτηκαν με την επιπόλαιη πράξη του, η οποία από τη μία στέρησε από την ομάδα του το σημαντικότερο παίχτη της, αλλά ταυτόχρονα στιγμάτισε μια σπουδαία καριέρα με ένα άσχημο φινάλε. Για όσους δεν το ξέρουν, ο Zidane στην καριέρα του έχει υπάρξει, μεταξύ άλλων: πρωταθλητής Ιταλίας, πρωταθλητής Ισπανίας, πρωταθλητής Ευρώπης και κόσμου, έχει κερδίσει το βραβείο του καλύτερου ευρωπαίου παίχτη, έχει κερδίσει τη χρυσή μπάλα της FIFA, έχει υπάρξει η ακριβότερη μεταγραφή στην ιστορία του αθλήματος, έχει πάρει Τσάμπιονς Λιγκ, κερδίζοντας παράλληλα το βραβείο του πολυτιμότερου παίχτη και έχει βραβευτεί από την UEFA με το χρυσό Ιωβηλαίο (καλύτερος ευρωπαίος παίχτης των τελευταίων 50 ετών). Πέρα από τις διακρίσεις και τις αθλητικές επιδόσεις, θεωρούνταν και ως προσωπικότητα ένας από τους σπουδαιότερους πρεσβευτές του αθλήματος. Η καριέρα αυτή, λοιπόν, που όμοιές της έχουν υπάρξει ελάχιστες στην ιστορία του αθλητισμού, έκλεισε με μια αποβολή για αντιαθλητική συμπεριφορά.O Zidane επέλεξε η τελευταία του πράξη στα γήπεδα να είναι μια κουτουλιά. Όχι κεφαλιά σε μπάλα, κουτουλιά σε αντίπαλο.

Η σημαντικότερη κριτική που δέχτηκε ήταν ότι ένας παίχτης του βεληνεκούς και της απήχησής του θα έπρεπε να μετράει πολύ περισσότερο τις κινήσεις του, καθότι αποτελεί πρότυπο για εκατομμύρια παιδιά, και ως πρότυπο οφείλει να συμπεριφέρεται όπως οφείλουν να συμπεριφέρονται τα πρότυπα: με μια συμπεριφορά σωστού προτύπου. Αυτό σημαίνει, προφανώς, όχι κουτουλιές την ώρα του αγώνα. Αυτά να τα αφήσει για μερικά από τα λεγόμενα bad boys, τα κωλόπαιδα τύπου Τάισον δηλαδή, που η φήμη τους είναι ακριβώς τέτοια και τους επιτρέπεται να βαράνε κουτουλιές. Αυτοί δεν αποτελούν κοινώς αποδεκτά πρότυπα. Μπορούν να κάνουν ό,τι γουστάρουν.

Ας κάνουμε όμως μια σύντομη ανασκόπηση του τουρνουά…

Το 2006, η Γαλλία δεν ήταν η πανίσχυρη ομάδα που γάμησε κι έδειρε το 1998 και το 2000. Παρέμενε καλή ομάδα, αλλά η παλιά γενιά είχε γεράσει κάπως και η νέα δεν είχε πάρει ακόμα την κατάσταση στα χέρια της (όχι ότι την έχει πάρει από τότε…). Φαβορί, πάντως, δεν την έλεγες. Ο Zidane είχε αποφασίσει να κλείσει την καριέρα του σε αυτή τη διοργάνωση. Τα χρόνια είχαν περάσει και ο ίδιος είχε χάσει την παλιά του λάμψη. Παρέμενε, βέβαια, σε υψηλό επίπεδο, αλλά δεν θύμιζε τον παίκτη - μαέστρο-φόβητρο  που είχαμε συνηθίσει τα προηγούμενα χρόνια (για όσες και όσους δεν έχουν υπ’ όψιν τους, ας κάνουν έναν κόπο και ας αφιερώσουν δυο λεπτά στο παρακάτω βίντεο:


Κυρίες μου, ειδικά όσες ασχολείσθε με τις παραστατικές τέχνες, ξεχάστε για λίγο ότι πρόκειται για ποδόσφαιρο και κάντε μια προσπάθεια να παρατηρήσετε την κίνηση του προσεκτικά. Σκεφτείτε ότι γίνεται σε πολύ μεγάλη ένταση και ταχύτητα, με γυμνασμένους και γρήγορους αντιπάλους να προσπαθούν να τον κοπανήσουν. Πείτε μου με το χέρι στην καρδιά: ένας άνθρωπος που μπορεί να κινείται με την ακρίβεια του Νο 6, την αίσθηση χώρου και κίνησης του άλλου στο Νο 4, την ταχύτητα του Νο 3 και τον συνδυασμό ακρίβειας – δύναμης -ταχύτητας αλλά και χάρης του Νο 1 (ειδικά η αργή κίνηση σπέρνει, ξαναδείτε την κλίση των ποδιών του όταν φρενάρει για να καταλάβετε την ταχύτητα με την οποία γίνεται όλο αυτό το πράγμα) θα μπορούσε ή δεν θα μπορούσε, τέλος πάντων, αυτός ο τύπος να γίνει ένας κορυφαίος χορευτής; Εγώ πάντως θα τον προσλάμβανα (αγαπημένο μου το Νο 1, πόσο πουτάνα έκανε τον άμοιρο τον Beckam;!)

Αυτός ο παίχτης, λοιπόν, αποφασίζει να κλείσει την σε πτωτική πορεία καριέρα του σε μια κορυφαία διοργάνωση όπως το Μουντιάλ, με μια ψιλοπαρηκμασμένη ομάδα. Και πώς επιλέγει να το κάνει; Με μια χαλαρή, αξιοπρεπή εμφάνιση και ένα ζεστό τελευταίο χειροκρότημα σε ένα standing ovation; Μπα, μωρέ. Αυτός ο τεράστιος αθλητής αποφασίζει να κάνει κάτι λίίίίίίγο πιο ενδιαφέρον. Αποφασίζει να πάρει τη Γαλλία από το χέρι, να την οδηγήσει στον τελικό αποκλείοντας διαδοχικά Ισπανία, Βραζιλία και Πορτογαλία, και μπαίνοντας στο τελευταίο ματς της τεράστιας καριέρας του να κοιτάξει έναν έναν τους Ιταλούς στα μάτια και να τους ρωτήσει «Ποιος μπάσταρδος από εσάς μπορεί να μου στερήσει το κύπελλο;» Και, με μεγάλη ειρωνεία, βρέθηκε να του το στερήσει ακριβώς ένας μεγάλος μπάσταρδος…

Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πάθος, λύσσα και μαγκιά σε ποδοσφαιριστή. Έτρεχε σαν 17χρονος στο πρώτο του επίσημο παιχνίδι. Μας τρέλανε όλος εκτελώντας το πιο κρίσιμο πέναλτυ της καριέρας του έτσι: http://www.youtube.com/watch?v=tO_E1TeT770. Έμοιαζε ικανός να πάρει τον τελικό μόνος του. Και κάπου εδώ, μάλλον, τον έχασε. Διότι, ένας σεσημασμένος μαχαιροβγάλτης Ιταλός αμυντικός όπως ο Materazzi, μυρίστηκε την περίσσια αδρεναλίνη. Ως σωστός, σιχαμένος, μπάσταρδος μαχαιροβγάλτης, βρήκε ευκαιρία, του έβρισε σε ανύποπτο χρόνο την αδερφή, ο Zidane τον κουτούλησε, και έτσι αποβλήθηκε. Και έκανες μεγάλη μαλακία, φίλε Zinedine που τον κουτούλησες. Όχι γιατί τον κουτούλησες. Όχι γιατί έδωσες κακό παράδειγμα στα παιδιά που σε θαυμάζουν. Όχι για κάποιον άλλο βαρετό λόγο επιπέδου κηρύγματος του Άνθιμου. Έκανες μαλακία διότι αποβλήθηκες. Έπρεπε να πάρεις πρώτα το ματς και στη διάρκεια της απονομής, αν είχες ακόμα νεύρα, να πάρεις το κύπελλο και να του φέρεις στο κεφάλι. Και μετά ας σε έπρηζαν όσο ήθελαν, ας σου έπαιρναν τα βραβεία, τα πρωταθλήματα, τις διακρίσεις, ας σου έπαιρναν και τη γαλλική υπηκοότητα αν ήθελαν. Θα τον είχες κερδίσει τον πούστη, θα του είχες πάρει το τρόπαιο και θα του είχες σπάσει ΚΑΙ το κεφάλι με το τρόπαιο που θα του είχες πάρει.

Προς τους μαλάκες που υποστηρίζουν ότι τα πρότυπα πρέπει να φέρονται σαν μαλακισμένες, χωρίς πάθος, πολιτικά ορθές μαριονέτες: να πάτε να γαμηθείτε. Εγώ θα θέλω για τα παιδιά μου πρότυπα ικανών, παθιασμένων, επίμονων ανθρώπων, που όσα και αν έχουν δημιουργήσει και πετύχει και παράγει στη ζωή τους, δεν σταματούν μέχρι την τελευταία στιγμή να λυσσάνε να δημιουργούν και να πετυχαίνουν και να παράγουν. Πρότυπα που το μάτι τους γυαλίζει όταν ασχολούνται με αυτό που αγαπάνε. Και τέλος, πρότυπα που μπορούν να παθιαστούν αρκετά, ώστε αν τους βρίσεις την οικογένεια, να ξεχνάνε ότι τους παρακολουθούν εκατομμύρια άνθρωποι  και, κυρίως, ένας διαιτητής που μπορεί να τους αποβάλει, και κουτουλάνε εν ψυχρώ τους μπάσταρδους που τους βρίζουν την οικογένεια. Ντάξει, μαλακία που αποβλήθηκε, τα είπα και παραπάνω, έπρεπε πρώτα να κερδίσει και μετά να κοπανήσει, αλλά τι να κάνουμε; Όπως συμβαίνει και στις τραγωδίες, όταν ο ήρωας προσπαθεί να ξεπεράσει τη φύση του και να γίνει ισόθεος, πετυχαίνοντας πράγματα που είναι πάνω από τις δυνάμεις του, όσο σπουδαίος και να είναι, καταλήγει είτε να τον διαμελίζουν, είτε με σφαγμένα παιδιά, είτε να σκοτώνει την μάνα του, είτε να πηδάει τη μάνα του, είτε να αυτοτυφλώνεται, είτε να κουτουλάει Ιταλούς αμυντικούς και να χάνει τα Μουντιάλ.

Αλλά τι να κάνουμε; Cest la vie, που λένε και οι Γάλλοι… 


Y.Γ. 1 Ανάλογης μαγκιάς ήταν και το περίφημο flu game (πέμπτος τελικός του 1997) του Michael Jordan, κατά το οποίο έπαιξε με 40 πυρετό, κατάχλωμος, εμφανώς καταβεβλημένος και οριακά τρικλίζοντας πριν τον αγώνα, σκόραρε 38 πόντους, και αφού κέρδισε κατέρευσε στα χέρια του Scotie Pippen.

Υ.Γ. 2 Σε αυτό το κείμενο νομίζω ότι ξεπέρασα τον εαυτό μου. Αντιστρέφοντας τα προηγούμενα, έγραψα για ποδόσφαιρο, κάνοντας θεατρική παρομοίωση. Try and beat that, bitch.

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

House MD, changing…

Τι θα γίνει πια με αυτούς τους αντιήρωες; Έχει βρωμίσει ο τόπος. Απαριθμήστε: Dexter, Hannibal, ο τυπάς από το Breaking Bad (ωραία σειρά από ό,τι λένε, αλλά αναρωτιέμαι, αυτοί που το λένε πώς διάολο άντεξαν να δουν ολόκληρο το ηρωικά βαρετό πρώτο επεισόδιο, υποψιάζομαι ότι κατέβαλαν ηρωική προσπάθεια). Επίσης, όλοι όσοι εμφανίζονται στο Game of Thrones, εκτός από τον ακέφαλο (εδώ θέλω να αναπαράγω το σχόλιο που διάβασα σε ένα site, ότι θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον μια παράλληλη της επίσημης σειρά, με πρωταγωνιστές την Άρυα και τον Κλεγκέιν, στην οποία θα τριγυρνούσαν οι δυο τους στο Westeros, καίγοντας χωριά και βιάζοντας παρθένες. Τι κορίτσι είναι αυτή η Άρυα, τέλος πάντων; Είμαι σίγουρος ότι βουτάει πρώτα την μπούκα το ψωμί στη σούπα και μετά στο μπούκοβο, όχι σαν τη μουλιάπω την αδερφή της, που δεν τρώει πατσά γιατί «της μυρίζει»).

Από αντιήρωες, λοιπόν, να φάνε κι οι κότες. Η κορυφή όμως, νομίζω ότι ανήκει δικαιωματικά σε έναν: στον Greg τον House. Διερωτάστε γιατί δικαιωματικά; Διότι, εάν διαφωνείτε, με την εξουσία που μου δίνω ως ιδιοκτήτης του blog, σας διατάζω να σταματήσετε την ανάγνωση.


*******************SPOILER ALERT-ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ SPOILER*****************


Ένα από τα βασικά τσιτάτα που ακούγαμε καθ’ όλη τη διάρκεια των 8 σεζόν της σειράς ήταν ότι οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των συμπρωταγωνιστών του να πείσουν για ή να αποδείξουν το αντίθετο, ο Greg πετούσε ένα “people dont change” και πάντα στο τέλος επιβεβαιώνονταν. Είτε ο άπιστος ξανακεράτωνε, είτε ο κλέφτης ξαναέκλεβε, είτε ο αλήτης ξανααλήτευε, είτε ο τζογαδόρος ξαναέπαιζε. Σε κάθε περίπτωση, τα γεγονότα οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι η ανθρώπινη φύση είναι σταθερή, καθορίζεται από γενετικούς παράγοντες και από την παιδική μας ηλικία, ότι οι άνθρωποι είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε τις ζωές μας όπως μας επιβάλουν δυνάμεις έξω από εμάς, χωρίς να έχουμε περιθώριο να αλλάξουμε βαθειά και ουσιαστικά τη συμπεριφορά μας.

Πρόσφατα (δηλαδή τι πρόσφατα, χτες το τελείωσα) διάβασα το βιβλίο του ψυχιάτρου-ψυχοθεραπευτή William Glasser Ιστορίες άμεσης θεραπείας (εκδόσεις θυμάρι). Αυτός ο τύπος έχει αναπτύξει μια θεωρία, στην οποία υποστηρίζει ότι όλα όσα κάνει ένας άνθρωπος, είτε σκέφτεται, είτε αισθάνεται είτε παράγει μέσω της φυσιολογίας του, αποτελούν επιλογές του και μόνο. Το ανατρεπτικό στο σκεπτικό του είναι ότι εντάσσει σε αυτό το παιχνίδι ακόμα και την ψυχική ασθένεια και διαταραχή, όταν δεν προέρχεται από καθαρά βιολογικά αίτια, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Alzheimer ή της χορείας του Huntington [;)]. Δηλαδή, πράγματα όπως οι ψυχαναγκασμοί, οι κρίσεις πανικού, οι παραισθήσεις, ακόμα και η κατάθλιψη αποτελούν επιλογές του ατόμου, και γίνονται διότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος που βρίσκει για να αντιμετωπίσει τη μη ικανοποίηση βασικών αναγκών του, όπως η δύναμη ή η αγάπη. Στο βιβλίο περιγράφονται μια σειρά από περιστατικά στα οποία ο Glasser, αντί να αντιμετωπίσει κατά μέτωπο τα συμπτώματα των πελατών του (και όχι ασθενών του), προσπαθεί να βρει μοτίβα στη συμπεριφορά τους που καταστρέφουν τις σχέσεις τους με τους άλλους. Θεωρεί ότι αν οι σχέσεις βελτιωθούν και οι ανάγκες ικανοποιηθούν, τότε τα συμπτώματα θα πάψουν να εξυπηρετούν το σκοπό τους, και θα εξαφανιστούν από μόνα τους. Ή, για να το διατυπώσω όπως νομίζω ότι θα το έλεγε ο ίδιος ο Glasser, το άτομο θα επιλέξει να πάψει να έχει τα συμπτώματα.

Άλμα στο χώρο και προσγείωση στο τελευταίο επεισόδιο του House. Στα αμέσως προηγούμενα, είδαμε ότι ο Willson, οριστικά και αμετάκλητα, πεθαίνει. Όλα όσα έκαναν μαζί με το House για να του σώσουν τη ζωή απέτυχαν και του απομένουν, στην καλύτερη περίπτωση, 5 μήνες. Παράλληλα, λόγω μιας φάρσας που έκανε στον Foreman, ο House πρέπει να επιστρέψει για 6 μήνες στη φυλακή, χάνοντας την ευκαιρία να περάσει αυτό το χρόνο με το φίλο του. Σε αυτό το υπόβαθρο επιλέγει ο Shore να στήσει το φινάλε της σειράς του: βάζει τον ήρωα του να αντιμετωπίσει το μεγαλύτερο δίλημμα στο οποίο μπορεί να βρεθεί ένας άνθρωπος. Να εξετάσει τη ζωή του και να επιλέξει αν θα συνεχίσει να τη ζει ή όχι (ανεξέταστη ζωή δεν αξίζει να τη ζεις, έλεγε ο συντοπίτης μας ο Socrates).

Με μια εξαιρετική, κατά τη γνώμη μου, επιλογή, το τελευταίο επεισόδιο εξελίσσεται σε ένα φλεγόμενο κτήριο, με τον House να αξιολογεί τη ζωή του μέσα από διαδοχικές, φανταστικές συνομιλίες με σημαντικούς ανθρώπους του παρελθόντος του, οι οποίοι είτε δεν ζούσαν πλέον, είτε επέλεξαν να μην είναι μέρος της ζωής του. Δηλαδή, ο House συνομιλεί με τον εαυτό μέσα από παραισθήσεις για να αποφασίσει αν θα ζήσει ή όχι (α, ρε Glasser!). Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η τελευταία του συνομιλία με την Cameron, η οποία σε έκπληξη όλων και κυρίως του ίδιου του House, τον προτρέπει να δώσει τέλος. Το επιχείρημά της είναι ότι έχει πονέσει και έχει ταλαιπωρηθεί ήδη αρκετά, ότι η ζωή του θα είναι πάντα άσχημη διότι ήταν, είναι, και θα είναι ένα αλαζονικό, εγωιστικό, αυτοκαταστροφικό καθίκι, που νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του. Αυτή η συμπεριφορά τον απομόνωσε, αυτή η συμπεριφορά τον κρατάει δυστυχισμένο, αυτή η συμπεριφορά τον οδήγησε στο να αμφισβητεί την σημασία του να ζει. Παρόλα αυτά, αυτήν τη συμπεριφορά επέλεγε και θα επιλέγει, άρα δεν έχει να περιμένει κάτι καλύτερο. Οπότε ας δώσει τέλος. Εκείνη τη στιγμή, σε μια εξαιρετική ρελάνς και ανατρέποντας (ή καλύτερα, συμπληρώνοντας) μια φιλοσοφία που αναπτύχθηκε μεθοδικά στα επεισόδια 8 σεζόν, ο House απαντά με τη φράση “Yes, but I can change” και επιλέγει να συνεχίσει να ζει με έναν εντελώς νέο σκοπό: με το σκοπό να νοιαστεί για το μελλοθάνατο φίλο του. Η εξέλιξη αυτή έρχεται, να μας πει ότι το ερώτημα του αν αλλάζουν οι άνθρωποι δεν απαντιέται ικανοποιητικά, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί είναι λάθος ως ερώτημα. Το σωστό ερώτημα είναι το αν οι άνθρωποι μπορούν να αλλάξουν. Και σε αυτό το ερώτημα η απάντηση που μας δίνει ο Shore, ο δημιουργός της σειράς, είναι σαφής και κατηγορηματική: μπορούν, αρκεί να το επιλέξουν.

Διαβάζοντας το βιβλίο του Glasser και φέρνοντας στο μυαλό μου αυτό το επεισόδιο, βρέθηκα μπροστά σε μια καταπληκτική διαπίστωση. Είτε ο Shore είχει διαβάσει τον Glasser, είτε δύο ευφυέστατα μυαλά κατέληξαν, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο στο ίδιο συμπέρασμα. Ο Glasser, με τη θεωρία της επιλογής, μας διδάσκει ότι ακόμα και οι πιο ακατανόητες, οι πιο αλλόκοτες και οι πιο αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές των ανθρώπων, όπως οι εθισμοί και η απομόνωση, είναι ολωσδιόλου δικές μας επιλογές. Ότι τις επιλέγουμε, είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι, διότι πιστεύουμε πως είναι το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε για να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας. Και ότι κανένας δεν θα αλλάξει τη συμπεριφορά του, όσος έλεγχος, όση νουθεσία, όση επιβολή και αν του ασκηθεί, αν δεν πειστεί ότι η συμπεριφορά αυτή δεν τον εξυπηρετεί. Αν δεν πειστεί, δηλαδή, ότι η συμπεριφορά αυτή καταστρέφει τις σχέσεις του με τους άλλους, οπότε δεν τον βοηθά να καλύψει τις ανάγκες του. Όσο και αν ακούγεται περίεργο, ο άντρας που δέρνει τη γυναίκα του, επιλέγει να το κάνει διότι για κάποιον λόγο έχει πειστεί ότι έτσι εξυπηρετείται. Ίσως θεωρεί ότι με αυτόν τον τρόπο την ελέγχει, ίσως θεωρεί ότι αλλιώς δεν θα τον παίρνει στα σοβαρά, ή ίσως ένα σορό άλλα πράγματα. Αντίστοιχα, η γυναίκα αποδέχεται αυτή τη συμπεριφορά διότι με κάποιον τρόπο θεωρεί ότι εξυπηρετείται, ακόμα και αν η πράξη του ξυλοδαρμού της είναι πολύ δυσάρεστη. Ίσως έχει πειστεί ότι παίρνοντας το ρόλο του θύματος αυξάνει τη δυνατότητα ελέγχου πάνω στον σύζυγό της ή τους άλλους, ή ίσως έχει πειστεί ότι μόνο αν τιμωρείται για πραγματικά, ή μη, παραπτώματα τότε μόνο θα αγαπηθεί. Όπως μας διδάσκει ο Glasser, ο μόνος τρόπος να αλλάξουν οι προβληματικές συμπεριφορές είναι να βελτιωθούν οι σχέσεις αυτού που τις έχει, ώστε να πάψει να τις έχει ανάγκη. Σκεφτείτε, πότε ο House επέλεξε να αλλάξει; Επέλεξε να αλλάξει και να νοιαστεί πραγματικά για το φίλο του, όταν η συμπεριφορά του έφτασε να τον αφήσει εντελώς μόνο. Ο Wilson έπραξε πολύ σοφά όταν του αρνήθηκε να τον βγάλει από τη φυλακή. Έπραξε ακριβώς όπως σύστησε στη σύζυγο ενός αλκοολικού πελάτη του ο Glasser. Για να βοηθήσεις κάποιον να αλλάξει, δώσε του να καταλάβει ότι τον συμφέρει να αλλάξει, αλλά χωρίς να προσπαθείς να του το επιβάλεις. Δώσε του απλά την επιλογή. Αν επιλέξει να μην αλλάξει, είναι εντελώς, απολύτως και ανυπερθέτως δικό του δικαίωμα και ευθύνη. Το τι επιλογές θα κάνεις εσύ στην κάθε περίπτωση, δικό σου δικαίωμα και ευθύνη.

Κλείνοντας, θα ήθελα να προσθέσω ότι καμιά από αυτές τις λέξεις δεν την γράφω ελαφρά. Έτυχε ο τελευταίος χρόνος να είναι για μένα μια καταιγίδα αλλαγών στις σταθερές της ζωής μου. Κατά διαβολική σύμπτωση, οι αλλαγές αυτές αφορούσαν σχεδόν τα πάντα, από την καθημερινότητά μου, μέχρι την οικογενειακή, την προσωπική, την οικονομική και την επαγγελματική μου κατάσταση. Μέσα σε αυτόν τον τυφώνα αλλαγών, βρέθηκα (και εξακολουθώ να βρίσκομαι) μπροστά σε μια σειρά από επιλογές. Μπορώ να επιλέγω να διατηρήσω τον παλιό τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς μου, ή να επιλέγω να αναζητώ νέες συμπεριφορές που πιστεύω ότι θα εξυπηρετούν καλύτερα τις ανάγκες μου. Ο λόγος που έχω γράψει αυτές τις γραμμές και τις έχω αναρτήσει δημόσια είναι ότι, αρκετά συχνά, επιλέγω το δεύτερο.

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

Τοπίο με πνιγμένα χάδια, στον πάτο της θάλασσας ή Να δώσει ο θεός και άλλες τέτοιες αποτυχίες, μέρος δεύτερο



Περίπου δύο μήνες μετά το Βατερλό του Τοπίου, ένα πρωινό με βρίσκει ξαπλωμένο ανάσκελα στο κρεβάτι, να κοιτάω απλανώς το ταβάνι. Το στομάχι μου ήταν λίγο βαρύ από το χθεσινοβραδινό πατσά, τον οποίο έφαγα χωρίς μπούκοβο μέσα, αλλά βουτώντας την μπούκα το ψωμί πρώτα στη σούπα και μετά στο μπούκοβο, ώστε να μασηθεί και να μην κάτσει στο λαιμό (παρεμπίπτοντος, όποιος ξέρει από ποιον μικρό θεό προέρχεται αυτή η προτροπή, θα τον κάνω κολλητό. Αν το ξέρει γυναίκα, βγαίνω ραντεβού μαζί της. Αν το έχει κάνει και πράξη, την παντρεύομαι. Και σε επόμενο κείμενο θα αναλύσω το πώς η δημιουργία σάντουιτς με κεμπάπ ανάγεται σε υψηλή τέχνη).

Καθώς, λοιπόν, συνέβαιναν όλα αυτά, έκανα κάποιες άκυρες, σκόρπιες σκέψεις. Αναρωτήθηκα γιατί μια κοπέλα είναι διατεθειμένη να  κάνει για χάρη του αγοριού της πράγματα που μπορεί να θεωρεί κατακριτέα και απαράδεκτα έξω από τη σχέση της, όπως στριπτήζ, ή να παραστήσει την πόρνη ή άλλα παρόμοια. Μαλακίες, το ξέρω, σιγά τη φιλοσοφία. Παρόλα αυτά, οι σκέψεις αυτές μου θύμισαν ένα βιβλίο που πραγματεύονταν κατά κάποιον τρόπο τέτοια θέματα, το οποίο είχα αγοράσει, προσπαθήσει να διαβάσω και εγκαταλείψει αφού διάβασα δέκα σελίδες λίγα χρόνια πριν. Το αναζήτησα στη βιβλιοθήκη μου, το βρήκα και του έριξα μια ματιά. Ήταν Το δεύτερο φύλο της Σιμών ντε Μπωβουάρ. Ένα βιβλίο βαρύ και κάπως δύστροπο, αλλά με αρκετό ενδιαφέρον. Καθώς το διάβαζα, μου γεννήθηκε μια αλλόκοτη  ιδέα: Ίσως μπορούμε να φτιάξουμε μια παράσταση με βάση αυτό το βιβλίο.

Είχα ήδη διαβάσει το εγχειρίδιο της Bogart για τα viewpoints, στο οποίο εκτός από ασκήσεις για την τεχνική υποκριτικής, περιγράφονταν και μια διαδικασία δημιουργίας σκηνικών συνθέσεων χωρίς προαποφασισμένο κείμενο. «Λαμπρά» σκέφτηκα. «Μπορούμε να πειραματιστούμε με αυτήν την τεχνική, χρησιμοποιώντας ως βάση ένα εντελώς μη θεατρικό κείμενο σαν Το Δεύτερο Φύλο.

Μαζευόμαστε, λοιπόν, μια ομάδα από έξι συσπουδάστριες και εμένα, οι πέντε ως ηθοποιοί, και η μία ως συσκηνοθέτιδα. Διαβάζουμε το Δεύτερο φύλο, το συζητάμε (οι ατάκες που ακούστηκαν κατά τη συζήτηση πραγματικά δεν υπήρχαν. Ενδεικτικά, μία εκ των ηθοποιών, όταν τέθηκε το θέμα του κατά πόσο το απότομο και άγριο σεξ είναι ωραίο, άσχημο, ή ακόμα και υποτιμητικό, εμφανώς εκνευρισμένη από την τροπή της κουβέντας, φώναξε: «Αφήστε ρε κορίτσια, που δεν θα γουστάρετε αν σας κάνει ο άλλος τον πάτο κουβά…»). Στη συνέχεια βρίσκουμε σχετικό, επιπλέον υλικό, το συζητάμε και αυτό και ξεκινάμε πρακτική δουλειά. (Ίσως παρατηρήσατε μια σειρά από ιδιόμορφα γεγονότα: η ομάδα μας αποτελούνταν, εκτός από εμένα, μόνο από γυναίκες, η τεχνική που θα χρησιμοποιούσαμε αναπτύχθηκε από γυναίκες, το βιβλίο  που αποτελούσε έμπνευση για την παράσταση γράφτηκε από γυναίκα και η παράσταση θα είχε ως θέμα το γυναικείο φύλο. Τι διάολο γύρευα εγώ μέσα σε όλο αυτό, ακόμα δεν έχω καταλάβει, μάλλον θα έφταιγε κάποια σκοτεινή, υποσυνείδητη φαντασίωση μου, ίσως ονειρευόμουν να συρθώ μέσα σε μια θάλασσα γεμάτη από γυναικεία κορμιά (ή καλύτερα, γεμάτη από γυναικεία μυαλά), τι άλλο να πω, δεν ξέρω…)

Εν πάση περιπτώσει, η αρχή είχε γίνει. Σύντομα δύο από τις ηθοποιούς αποχώρησαν, και προστέθηκε στην ομάδα ένας άντρας (για τον εξής υψηλό καλλιτεχνικό λόγο: δεν βρήκαμε άλλη γυναίκα). Έτσι αρχίσαμε να πειραματιζόμαστε πάνω στην τεχνική των Viewpoints, ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες της Bogart. Το άγχος μου ήταν μεγάλο, διότι καθοδηγούσα άλλους ανθρώπους μέσα σε ένα πεδίο που αγνοούσα εντελώς. Τώρα που τα ξαναθυμάμαι, απορώ πραγματικά που το βρήκα τόσο θράσος και τόση αναίδεια. Ειλικρινά, δεν ξέρω γιατί με εμπιστεύτηκαν αυτοί οι άνθρωποι. Ίσως φταίγανε τα μούσια, δεν είμαι σίγουρος…Πάντως, αν και πηγαίναμε λίγο στα τυφλά, κάτι μέσα μου έλεγε ότι πάμε καλά. Τουλάχιστον, αν όχι καλά, πηγαίναμε σίγουρα κάπου.

Δεν έχει νόημα να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες της διαδικασίας. Το μόνο που θα πω είναι ότι, την ημέρα που είδα για πρώτη φορά τον ομαδικό, ελεύθερο αυτοσχεδιασμό να πετυχαίνει, την ημέρα δηλαδή που είδα τους ηθοποιούς να κινούνται σαν μια πραγματική ομάδα, έχοντας στην κίνησή τους στοιχεία από το πέταγμα των πουλιών για τα οποία έγραφα στο πρώτο μέρος, εκείνη την ημέρα βούρκωσα. Όταν τους το είπα, με κοίταζαν σαν να είμαι βλαμμένος. Δεν είχαν καταλάβει τι ακριβώς είχαν καταφέρει. Αυτό είναι ένα κομμάτι της μαγείας των Viewpoints: πετυχαίνει κανείς απίστευτα πράγματα, αλλά επειδή το κάνει χωρίς πίεση, κριτική ή ενοχές για το πόσο δούλεψε, δεν πιστεύει ποτέ ότι έκανε κάτι πραγματικά σημαντικό ή ακόμα και σπουδαίο.

Η παράσταση που φτιάξαμε εντέλει ήταν μέτρια. Σίγουρα είχε κάποια ενδιαφέροντα σημεία, αλλά συνολικά ήταν μέτρια. Προφανώς, ήταν  ακόμα πολύ νωρίς. Παρόλα αυτά, το γεγονός ότι ήταν μέτρια, δεν με πείραξε καθόλου (εντάξει, ψέματα, με πείραξε κάπως). Το σημαντικό, όμως, δεν ήταν αυτό. Το σημαντικό ήταν ότι βρέθηκε ο τρόπος, ότι βρήκαμε τη διαδικασία, ότι τώρα έπρεπε απλά να δουλέψουμε για να την κατακτήσουμε. Με άλλα λόγια, το σημαντικό ήταν ότι το τραίνο μπήκε στις ράγες, σήμανε ο σταθμάρχη, και το ταξίδι ξεκίνησε. Πλέον τίποτα δεν θα το σταματούσε. Θα περνούσε από πολλούς σταθμούς, άλλους περισσότερο και άλλους λιγότερο συναρπαστικούς, κάποιοι επιβάτες θα επέλεγαν να ανεβούν, κάποιοι άλλοι θα επέλεγαν να κατεβούν, αλλά το τραίνο θα συνέχιζε να προχωρά. Και έμοιαζε ότι μπορούσε να φτάσει μακριά. Και όλα αυτά, χάρη και στο «Τοπίο με πνιγμένα χάδια». Να δώσει ο θεός, λοιπόν, και άλλες τέτοιες αποτυχίες! Άλλωστε, από αυτήν την αποτυχία αυτή δεν κέρδισα μόνο μια τεχνική. Κέρδισα και κάποια άλλα, πολύ πιο σπουδαία πράγματα…

Next stop: Lucky Strike!!!


Υ.Γ.: Θέλω να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στις κοπέλες που συμμετείχαν στη διαδικασία δημιουργίας του Δευτέρου Φύλου, αλλά δεν ξανασυνεργαστήκαμε έκτοτε. Κορίτσια, θέλω να ξέρετε ότι, ακόμα και αν τύχει και δεν συνεργαστούμε ποτέ ξανά, νομίζω ότι θα μείνετε πολύ έντονα στη μνήμη μου. Κατά κάποιον τρόπο, θα σας θυμάμαι όπως θυμάμαι το πρώτο μου φιλί.

Υ.Γ.2: Ξέχασα να βάλω ποδοσφαιρική παρομοίωση σε αυτό το κείμενο. Στο επόμενο θα βάλω δύο.

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Τοπίο με πνιγμένα χάδια, στον πάτο της θάλασσας ή Να δώσει ο θεός και άλλες τέτοιες αποτυχίες, μέρος πρώτο


Ένας σπουδαίος φυσικός του οποίο το όνομα δεν θυμάμαι, αλλά θυμάμαι ότι ήταν αρκετά σπουδαίος ώστε να αναπαράγουν άλλοι τα λεγόμενά του, είχε πει κάποτε: «Προτιμώ μια παραγωγική αλήθεια από ένα στείρο λάθος».
Μαλακία είπα, αυτό είναι αυτονόητο. Μάλλον είπε ότι προτιμάει μια στείρα αλήθεια από ένα παραγωγικό λάθος.
Μπα, ούτε αυτό βγάζει νόημα, κάτι άλλο πρέπει να προτιμούσε.

Εν πάση περιπτώσει, κατάλαβα τι ακριβώς προτιμούσε τον Απρίλιο του 2011, όταν ως σπουδαστής ανέλαβα τη σκηνοθετική επιμέλεια της παράστασης «Τοπίο με πνιγμένα χάδια» στη σχολή του Βουτσινά. Ήταν μια σύνθεση σκηνών από έργα του Τένεσσι  Ουίλλιαμς, που είχε κάνει ο Άκης Δήμου, προσθέτοντας ως κεντρικούς ήρωες από τη μία τον απόντα χαρακτήρα του «Ξαφνικά πέρσι το καλοκάιρι», τον Σεμπάστιαν Βέναμπλ, και από την άλλη τον ίδιο τον Τένεσσι. Το κείμενο είχε μικρές σκηνές, γρήγορες εναλλαγές από τη μία ιστορία στην άλλη, και ως κεντρικό άξονα είχε την προσπάθεια του Τένεσσι να «ενηλικιώσει» τον Σεμπάστιαν, μέσα από τα πάθη και τις εμπειρίες ηρώων των άλλων έργων του.

Η εύρεση σκηνικής σύμβασης για την παράσταση ήταν μια αρκετά προκλητική διαδικασία, μιας και απαιτούνταν να περνάμε από τη μία ιστορία στην άλλη με ταχύτητα, χωρίς να χάνουμε τη ροή, αλλά δίνοντας παράλληλα στον θεατή τη δυνατότητα να ακολουθεί σταθερά την κεντρική ιστορία. Η ιδέα μου ήταν να στήσουμε ένα χώρο σαν μπαρ, με τραπέζια να ορίζουν τους επιμέρους υποχώρους και τις σκηνές, με την εναλλαγή ακινησίας-κίνησης να μεταφέρει την προσοχή του θεατή από τον ένα χώρο στον άλλο, δημιουργώντας παράλληλα ένα σκηνικό ακίνητων ή κινούμενων σωμάτων ώστε να κάνουν τους σωκρατικούς περιπάτους τους ο Σεμπάστιαν και ο Τένεσσι. Το μεγαλύτερο στοίχημα ήταν ότι όλο αυτό θα έπρεπε να επιτευχθεί με ένα σύνολο 30 ηθοποιών.

Το αποτέλεσμα ήταν μια κολοσσιαία αποτυχία. Οι ηθοποιοί δεν εμπιστεύτηκαν ούτε τη σύμβαση ούτε εμένα, εγώ δεν εμπιστεύτηκα τους ηθοποιούς, οι θεατές μας βαρέθηκαν και στο τέλος η απογοήτευση ήταν τόσο μεγάλη που οι παραστάσεις θύμιζαν παρωδία  και προκαλούσαν περισσότερο εμετό και από τις τρίπλες του Ντενίλσον. Πολλά ειπώθηκαν για τα αίτια της αποτυχίας, που αφορούσαν κυρίως το ποιος από όλους μας ήταν πιο ακατάλληλος: οι ηθοποιοί, εγώ, οι αδύναμες προσωπικότητες μας, η εποπτεία του Άκη, η σχολή και το είδος της εκπαίδευσης που μας παρέχει, ο ανάδρομος Ερμής και άλλα πολλά.

Όταν, με το καλό, κόπασε η σκόνη και μπήκα στη διαδικασία να αποτιμήσω το τι πραγματικά συνέβη, σκόνταψα πάνω σε μια σειρά σημαντικών διαπιστώσεων: ο θίασος αποτελούνταν ως επί το πλείστον από ικανούς ανθρώπους. Οι περισσότεροι σοβαροί στη δουλειά τους και πολύ ενθουσιασμένοι στην αρχή της προετοιμασίας. Ο Άκης Δήμου είναι ένας άνθρωπος που, πέρα από όλα τα άλλα, μπορεί και μεταδίδει πολύ ενθουσιασμό στους συνεργάτες του. Το όλο κόνσεπτ ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Όλο αυτό γιατί να είχε αποτύχει έτσι; Εντάξει, ακόμα και με τις καλύτερες προϋποθέσεις να ξεκινήσει μια δουλειά, είναι πιθανό η όλη φάση να στραβώσει στην πορεία. Αλλά από την αποτυχία, μέχρι το να γίνει ένας θίασος συμμαθητών εντελώς κώλος, υπάρχει μια κάποια απόσταση.

Οι καταβολές μου ως φυσικός με οδήγησαν στο να αναζητήσω τους λόγους της αποτυχίας εκεί όπου συνήθως κρύβονται: σε συστημικά αίτια. Ένα γενικευμένο πρόβλημα δεν μπορεί να οφείλεται σε επιμέρους συγκυρίες. Κάτι πρέπει να είναι σάπιο στη βάση του βασιλείου. Κάτι πολύ συγκεκριμένο πρέπει να έφταιξε, κάτι που μόνο με μια πολύ συγκεκριμένη (αλλά και απτή διαδικασία) θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί.

Για να βρω τη λύση ακολούθησα την εξής διαδικασία: διερωτήθηκα ποιο ήταν το σκηνικό ζητούμενο της παράστασης; Το ζητούμενο της παράστασης ήταν 30 ηθοποιοί να κινούνται και να μιλούν ο καθένας ξεχωριστά, αλλά σαν ένα σύνολο, με τον κάθε έναν να έχει αίσθηση και ευθύνη και της δικής του συνεισφοράς αλλά την ίδια στιγμή και της συνεισφοράς και της ανάγκης όλων των άλλων. Κάτι σαν τα τεράστια κοπάδια πουλιών, που κινούνται όλα μαζί, ομαλά, σαν ένα, με επιμέρους υπό-ομάδες να διαφοροποιούνται, χωρίς όμως να χάνεται στον παρατηρητή η αίσθηση του συνόλου. Όλοι για έναν και ένας για όλους, που λένε και τα τρία γουρουνάκια. Πώς, όμως, επιτυγχάνεται αυτό;
……………………………………………………………………………...
……………………………………………………………………………...
Τόμπολα…..
……………………………………………………………………………...
……………………………………………………………………………...

Δεν είχα την παραμικρή ιδέα. Στη σχολή συχνά ακούγαμε φράσεις όπως «γίνεται ομάδα», «να στηρίζετε ο ένας τον άλλο», «δεν πρέπει να παίζετε μόνοι σας, αλλά με τους άλλους». Οι προτροπές αυτές έφερναν το ίδιο αποτέλεσμα με το να έλεγες σε ένα ζευγάρι που χωρίζει: «αγαπήστε ξανά ο ένας τον άλλο». Αλήθεια; Και πώς γίνεται αυτό; Είναι απλά μια απόφαση; Δεν χρειάζεται έναν τρόπο, μια συγκεκριμένη πρακτική και δομημένη διαδικασία για να γίνει πραγματικότητα. Μια τεχνική δημιουργίας συνόλων;

Πάμε πάλι στο εφφέ με τα πουλιά. Κάπως πρέπει να επιτυγχάνεται. Έψαξα, ρώτησα, διάβασα, και κάποια στιγμή η αναζήτησή μου με οδήγησε σε μια τεχνική υποκριτικής, αναπτυγμένη από δυο αμερικανίδες σκηνοθέτιδες, την Anne Bogart (http://siti.org/blogs/anne-bogart) και την Tina Landau, και μια χορογράφο, την Mary Overlie (http://www.sixviewpoints.com). Το όνομα της τεχνικής αυτής: Viewpoints. Η βασική αρχή της τεχνικής είναι το να εκπαιδευτεί ο ηθοποιός να χρησιμοποιεί διάφορα βασικά στοιχεία του θεάτρου, όπως ο ρυθμός, το σχήμα του σώματος του και ο σκηνικός χώρος, αρχικά μεμονωμένα και στη συνέχεια σε συνδιασμό, για να εκφράσει αυτό που θέλει να εκφράσει. Ταυτόχρονα, μαθαίνει να κάνει επιλογές όχι με βάση δικές του αναλυτικές, εγκεφαλικές αποφάσεις, αλλά αντιδρώντας αντανακλαστικά και αυθόρμητα σε εξωτερικά του εαυτού του ερεθίσματα.
"Ωραία", σκέφτομαι, "αυτήν την Bogart (καμία σχέση με τον Humphrey) την έχουν πρύτανη στο Columbia, έφτιαξε ομάδα μαζί με τον Suzuki, δεν μπορεί, κάτι θα ξέρει. Ας δοκιμάσουμε, λοιπόν, αυτά τα viewpoints".

Πώς όμως εφαρμόζεις κάτι που δεν έχεις διδαχθεί; Με τι φόντα και σε ποιανού κασίδη το κεφάλι; Και έτσι άρχισαν τα δύσκολα, Σάκη μου…



To be continued…  

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Black Watch and God Save The Queen



Το Νοέμβριο του 2010, και ενώ ήμουνα στο δεύτερο έτος της δραματικής σχολής του Βουτσινά, κανονίσαμε με κάτι φίλους να πάμε ένα τριήμερο ταξίδι στο Λονδίνο. Άντε, λέω, καλή ευκαιρία να δω καμιά υψηλού επιπέδου λονδρέζικη παραγωγή, να δούμε τι σκατά κάνουν και αυτοί οι Άγγλοι και τους παίρνει ο κόσμος τόσο στα σοβαρά. Είχα αρκετά μεγάλη περιέργεια, αλλά βαθιά μέσα στο ασυνείδητό μου μάλλον επιθυμούσα, ή καλύτερα ήλπιζα ότι θα κατάφερνα να απομυθοποιήσω ακόμα μια υπερβολή από αυτές που μας αρέσει πολύ να κάνουμε όσο αφορά τα επιτεύγματα ξένων. Στο κάτω κάτω, πόσο καλή μπορεί να είναι μία παράσταση;

Αγλαός όπως ήμουν, μπήκα σε κανα-δυο site, να δω τι παίζεται και να κλείσω εισιτήρια. Ενώ ψάχνω, έρχεται το πρώτο σοκ. Πολλές παραστάσεις. Πάρα πολλές παραστάσεις. Για την ακρίβεια, μου δόθηκε η αίσθηση ότι αν θέλω να δω ένα οποιοδήποτε έργο, μπορώ απλά να το πληκτρολογήσω και να επιλέξω από τα τουλάχιστον τρία αποτελέσματα που θα μου βγάλει αυτό που θα έχει την καλύτερη κριτική.
Το δεύτερο σοκ ήρθε από τις τιμές των εισιτηρίων. Σαράντα ευρώ, σχεδόν για όλες τις παραστάσεις. Σαράντα. Ούτε μία δεν βρήκα φθηνότερη. «Τι να κάνω, θα τα δώσω» λέω. «Στο κάτω κάτω, έτσι θα μπορώ να κράζω χειρότερα μετά. Ας δω μόνο από αυτό το κατεβατό επιλογών τι θα ψωνίσω.»

Από τις άπειρες επιλογές που είχα, κινήθηκα βάσει ενός καλά οργανωμένου κουτουρού σχεδίου: ψώνισα τις πρώτες παραστάσεις που μου κέντρισαν την προσοχή και είχαν 4 στα 5 αστεράκια. Ήθελα να δω ένα κλασσικό και ένα σύγχρονο, έτσι επέλεξα το «Μια γυναίκα χωρίς σημασία» του Wilde για τη μία μέρα και το «Black Watch», ένα σύγχρονο έργο σε ανέβασμα του Εθνικού θεάτρου της Σκωτίας, με θέμα τον πόλεμο στο Ιράκ για την άλλη.

Ο Wilde δεν ήταν κακός. Βαρύ, μπαρόκ θέατρο, κλασσικό ανέβασμα  ωραίοι, βιρτουόζοι ηθοποιοί, σπιρτάδα, χάρη και όλη η ειρωνεία και ο εξυπνακισμός του Oscar. Και πολλές κυρίες με γούνες. Πρέπει να ήμουν ο μόνος ντυμένος ψιλο-παρτάλι.  «Ωραία» λέω, «καλοί είναι τελικά οι Άγγλοι. Δεν θα βρεις πολλούς Έλληνες που να μπορούν να παίζουν σε αυτό το επίπεδο. OK, όμως πάμε παρακάτω»

Την επομένη είχα να δω το “Black Watch” στο Barbican Theatre. Δεν είχα ιδέα ούτε τι ήταν το “Black Watch” ούτε τι ήταν το Barbican Theatre. Μου έβγαζε πάντως κάτι underground. Μην ρωτάτε γιατί δεν το έψαξα παραπάνω, είπαμε, ήμουν (και πιθανώς παραμένω) αγλαός.
Οδηγήθηκα, λοιπόν,  με το μετρό σε μια αλλόκοτη περιοχή γεμάτη βιομηχανικού τύπου αποθήκες. Καλά πάμε, λέω, θα έχει πολλή βρωμιά το barbican, όχι όπως χθες με τις κυρίες με τις γούνες, θα χτυπήσουμε και κανένα μεθυσμένο αγγλάκι (όπως όλοι ξέρουμε, οι Αγγλίδες είναι πάντα μεθυσμένες και πρόθυμες, το έχω δει σε ρεπορτάζ για τα Μάλια και την Καρδάμενα).  

Ψάχνω την οδό, δεν την βρίσκω, χάνομαι, φοβάμαι μήπως με ληστέψουν, τελικά βγάζω μια άκρη. Στρίβω σε έναν περίεργο καμπύλο δρόμο, βρίσκω μια κατηφόρα, κατεβαίνω, βρίσκομαι σε ένα υπόγειο στενό με ψηλά ντουβάρια δεξιά κι αριστερά. «Σκατά», λέω, «πάει το νεφρό μου». Βρίσκω μια ταμπελίτσα «To barbican». Προχωράω, δεν βλέπω ψυχή. Αντικρίζω μια αυτόματη πόρτα. Κάνω δυο βήματα, ανοίγει, μπαίνω.

Προς μεγάλη μου έκπληξη, βλέπω έναν διάδρομο σαν αυτούς που συναντά κανείς στις μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες (δεν έχω πάει, έχω δει σε ταινίες). Προχωρώ, στρίβω, φτάνω σε ένα γκισέ με τρεις (όχι μεθυσμένες) καλοντυμένες Αγγλίδες ρεσεψιονίστ. Δείχνω το εισιτήριο και αυτές μου λένε να πάω στον 5ο όροφο. «Excuse me» λέω, «who is this bloody hell 5ος όροφος;». Κάνω μια ακόμα στροφή, και τι αντικρίζω, λέτε;

Φέρτε στο μυαλό σας τα Notos Galleries. Τα φέρατε; Ε, κάντε τα επί 4 σε εμβαδό, με σύνθετες κυλιόμενες σκάλες και ένα πανδαιμόνιο ανθρώπων να τρέχουν δεξιά και αριστερά. Αυτό είναι το barbican center: ένας πολυχώρος παραστατικών τεχνών, εγκαινιασμένος από την
Ελισάβετ γύρω στο 2004 με κινηματογράφους, θέατρα, συναυλιακούς χώρους που  βρωμάει καινουργίλα και  συγχρονίλα. Και με απίθανα πράγματα να γίνονται σε όλες του τις αίθουσες. Προφανώς, δεν είχα μπει από την κεντρική είσοδο, για αυτό και δεν κατάλαβα περί τίνος επρόκειτο. Χαρακτηριστικά, βλέποντας μια πόρτα μισάνοιχτη μπήκα να δω τι έχει μέσα και βρέθηκα σε μια αίθουσα αλά μέγαρο μουσικής με μια γιγαντιαία ορχήστρα να κάνει πρόβα. Και αυτή ήταν μια απλή αίθουσα. Ούτε η κεντρική, ούτε κάποια ιδιαίτερη. Ήταν απλά μία αίθουσα.

Έν πάσει περπτώσει, πάω να βρω που παίζεται η δικιά μου παράσταση στον bloody hell 5ο όροφο. Τη βρίσκω, μπαίνω και βλέπω μια  βιομηχανικού τύπου μεγάλη αίθουσα με μια δύο αντικριστές σιδερένιες κατασκευές για τις θέσεις, συνολικής χωρητικότητας άνω των 500 θεατών. Η αίθουσα ήταν σχεδόν γεμάτη. Με 40 ευρώ εισιτήριο. Για το βασιλικό θέατρο της Σκωτίας και ένα όχι ιδιαίτερα γνωστό έργο. Σε εμάς τουλάχιστον. Μετά από λίγο άρχισε η παράσταση...

Η θεατρική εμπειρία είναι από τα πράγματα που δύσκολα περιγράφονται. Από όλο αυτό που είχε προηγηθεί, μου γεννήθηκε σίγουρα το προαίσθημα ότι κάτι ιδιαίτερο επρόκειτο να συμβεί. Αλλά η πραγματικότητα με ξεπέρασε κατά πολύ. Φανταστείτε με σαν έναν ποδοσφαιριστή που προέρχεται από  τις ακαδημίες του Απόλλωνα Καλαμαριάς, που η καλύτερη μπάλα που έχει δει στη ζωή του είναι το ΠΑΟΚ-Άρης στην προ Ζαγοράκη εποχή, και ξαφνικά μια μέρα βλέπει έναν αγώνα της Άρσεναλ. Και ανακαλύπτει ότι ποδόσφαιρο δεν ήταν αυτό που ήξερε, ότι αυτό που ήξερε του μοιάζει πλέον σαν κάτι μεταξύ εμετού, αηδίας, αίσχους, βρώμας και δυσωδίας. Στο τέλος της παράστασης ανακάλυψα την έννοια του χειροκροτώ όρθιος. Και επίσης, ανακάλυψα ότι για να αισθανθώ την ανάγκη να χειροκροτήσω όρθιος πρέπει να ταυτόχρονα να ανασαίνω με δυσκολία και να είμαι στο όριο του αναφιλητού.

Επιγραμματικά: αεροπλάνα ακούγονταν να πετάνε πάνω από τα κεφάλια μας ενώ αποτυπώνονταν η κίνησή τους από την κατεύθυνση του ήχου (όλο το ταβάνι είχε ηχεία), εξιστορήθηκε το στρατιωτικό παρελθόν της Σκωτίας από έναν τύπο, που ενώ έλεγε τις ιστορίες του ο υπόλοιπος θίασος τον στριφογύριζε στον αέρα σαν πάνινη κούκλα και του άλλαζε ρούχα για να φοράει χαρακτηριστικές στολές της περιόδου στην οποία αναφέρεται, ενώ τους άκουγα να μιλανε μου δόθηκε η αίσθηση ότι πήρανε 15 lads από την διπλανή pub και τα έβαλαν να συνεχίσουν να μιλάνε εκεί μέσα χωρίς να έχει αλλάξει τίποτα, και στο φινάλε έγινε ένα τρομακτικό κινησιολόγικο κατά το οποίο ένας ουλαμός στρατιωτών έκανε την τελευταία του επιχείρηση....και έτσι ήρθαν τα αναφιλητά.

H εμπειρία αυτή με συγκλόνισε και με αφύπνισε. Με αφύπνισε διότι μου έδειξε ότι το θέατρο μπορεί να είναι ταυτόχρονα εντυπωσιακό σαν σύγχρονο σινεμά, ποιητικό όπως υψηλή λογοτεχνία και παθιασμένο σαν άγριο τάνγκο. Και όλα αυτά ταυτόχρονα. Από κάτι Σκωτσέζους, που όπως έλεγαν οι ίδιοι στο πρόγραμμα: we try to accomplish world class performances. Τι try to accomplish βρε νούμερα; Ποιος θα πληρώσει το 40λεπτο roaming που χρεώθηκα ουρλιάζοντας στον Κοίδη μετά το τέλος της παράστασης, μπας και συνέλθω; Τι ταβάνι είναι αυτό που θέσατε; Πώς μπορείς να κάνεις θέατρο, ενώ ξέρεις ότι υπάρχει και αυτό το θέατρο; 

Μετά από αυτήν, παρακολούθησα και άλλες σπουδαίες παραστάσεις, Είδα το Mars fur Mars του Οστενμάγιερ, είδα τον Γαλαξία των Blitz, είδα το Alarme του Τερζόπουλου (στην αθηναϊκή εκδοχή του, οπότε και πηγαίνοντας να συγχαρώ τους ηθοποιούς με τον ενθουσιώδη παιδικό τρόπο  που το έκανα, προκάλεσα 2ωρο δούλεμα από την τότε συνοδό μου). Αλλά μόνο εκείνη η πρώτη σοκαριστική εμπειρία θα μείνει στη μνήμη μου με άγριο τρόπο. Ήταν η πρώτη φορά είδα ότι το ταβάνι είναι πάρα πολύ ψηλά, και ότι το να καταφέρεις έστω να αρχίσεις να το βλέπεις είναι κάτι που θέλει πάρα πολύ δουλειά, πάρα πολύ επιμονή και ίσως και  πάρα πολλά πράγματα που δεν θα μάθεις ποτέ αν όντως διαθέτεις.