Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

What a rare bird



Λέω σήμερα να συζητήσω για Κυριακάτικα, χιονισμένα, μεσημέρια. Μεσημέρια όπου πίνεις απαλά τον καφέ σου και ακούς όμορφη χαλαρωτική μουσικούλα.


Μπα, δεν υπάρχει περίπτωση.

Ας συζητήσω, λοιπόν, για την ευεργετική επίδραση της εκπαίδευσης στην ψυχολογία των σκύλων, αλλά και των αφεντικών εκπαιδευμένων σκύλων.


Μπα, ούτε αυτό.

Μιας και έσκασε ξαφνικά στη λίστα μου ένα πολύ ωραίο τραγουδάκι, διάρκειας 9 λεπτών, θα συζητήσω για αυτό.
Αν δεν βαριέστε, ακούστε το. Προσεχτικά όμως, είναι λίγο αλλόκοτο.

Μην είστε βλάχοι, ακούστε το όλο και μην το τρέχετε.

Το ακούσατε; Ωραία. Τώρα, ρίξτε μια ματιά και στους στίχους. Και μην βαριέστε. Βλάχοι.


Was für ein seltener Vogel...

Was für ein seltener Vogel
ein seltener Vogel
What a rare bird

Was für ein seltener Vogel
der sehr sanft singt

Gefieder ohne Färbung
What a rare bird

Was für ein seltener Vogel...

Den Schnabel in die Himmel
What a rare bird

Was für ein seltener Vogel
fliegt allein zum ragenden Gipfel
des Ararat

Jetzt fängt es endlich an zu regnen
und hört überhaupt nicht mehr auf
Nach dem Regen sind nicht mehr alle dabei

z.B.
Das Pteranodon ist nicht mehr dabei
z.B.
Archaeopteryx ist nicht mehr dabei
z.B.
Selbst der Shenzhouraptor ist nicht mehr dabei
z.B.
Sowieso sind nach dem Regen die meisten nicht mehr dabei...

Ich warte

auf das Anlanden in Zuversicht
auf dem einstmals ragenden Gipfel
der neuen Insel
dem alleinigen Strand

Ich warte

auf das was der seltener Vogel
bei seiner Rückkehr
im Schnabel trägt:
Das neue Lied!

Ararat!
Was der seltene Vogel nach seiner Rückkehr im Schnabel trägt:
Das neue Lied!
Es liegt auf der Zunge und brennt!
Es liegt auf der Zunge und brennt!
What a rare bird...

What a rare bird
A rare bird
What a rare bird

What a rare bird
it sings softly

Feathers without colors
What a rare bird

What a rare bird...

beak in the heavens
what a rare bird

What a rare bird
flies alone to the towering peak
of Mount Ararat

Now it finally starts to rain
and it won't stop at all
After the rain not all of them are there anymore

for example
The Pteranodon is not there anymore
for example
Archaeopteryx is not there anymore
for example
Even the Shenzhouraptor is not there anymore
for example
Anyway after the rain many are not there anymore

I am waiting

for the landing in confidence
on the once towering peak
the new island
the only strand

I am waiting

for what the rare bird
on its return carries
in its beak:
The new song!

Ararat!
What the rare bird after its return carries in its beak:
The new song!
It lies on the tongue and burns! On the tip of the tongue burning to be sung!


Και τώρα ακούστε το, διαβάζοντας ταυτόχρονα και τους στίχους. Υπάρχει λόγος. Κυριακή είναι, σίγουρα δεν έχετε κάτι καλύτερο να κάνετε, εκτός από το να πιείτε καφέ, αλλά και Δευτέρα να ήτανε, έχετε 60% πιθανότητες να είστε άνεργοι, οπότε  ούτως ή άλλως κωλοβαράτε. Ή κάνετε like. Κάντε κάτι και για την ψυχή σας, για όνομα του Θεού.




Was für ein seltener Vogel...

Was für ein seltener Vogel
ein seltener Vogel
What a rare bird

Was für ein seltener Vogel
der sehr sanft singt

Gefieder ohne Färbung
What a rare bird

Was für ein seltener Vogel...

Den Schnabel in die Himmel
What a rare bird

Was für ein seltener Vogel
fliegt allein zum ragenden Gipfel
des Ararat

Jetzt fängt es endlich an zu regnen
und hört überhaupt nicht mehr auf
Nach dem Regen sind nicht mehr alle dabei

z.B.
Das Pteranodon ist nicht mehr dabei
z.B.
Archaeopteryx ist nicht mehr dabei
z.B.
Selbst der Shenzhouraptor ist nicht mehr dabei
z.B.
Sowieso sind nach dem Regen die meisten nicht mehr dabei...

Ich warte

auf das Anlanden in Zuversicht
auf dem einstmals ragenden Gipfel
der neuen Insel
dem alleinigen Strand

Ich warte

auf das was der seltener Vogel
bei seiner Rückkehr
im Schnabel trägt:
Das neue Lied!

Ararat!
Was der seltene Vogel nach seiner Rückkehr im Schnabel trägt:
Das neue Lied!
Es liegt auf der Zunge und brennt!
Es liegt auf der Zunge und brennt!
What a rare bird...

What a rare bird
A rare bird
What a rare bird

What a rare bird
it sings softly

Feathers without colors
What a rare bird

What a rare bird...

beak in the heavens
what a rare bird

What a rare bird
flies alone to the towering peak
of Mount Ararat

Now it finally starts to rain
and it won't stop at all
After the rain not all of them are there anymore

for example
The Pteranodon is not there anymore
for example
Archaeopteryx is not there anymore
for example
Even the Shenzhouraptor is not there anymore
for example
Anyway after the rain many are not there anymore

I am waiting

for the landing in confidence
on the once towering peak
the new island
the only strand

I am waiting

for what the rare bird
on its return carries
in its beak:
The new song!

Ararat!
What the rare bird after its return carries in its beak:
The new song!
It lies on the tongue and burns! On the tip of the tongue burning to be sung!


Οκ. Τώρα ακολουθεί κουίζ: Χωρίς φόβο, αλλά με πολύ πάθος, δοκιμάστε να απαντήσετε στις παρακάτω ερωτήσεις. Μην διστάζετε, be brave και εκθέστε τις σκέψεις σας. Αν είναι πηγαίες, κανείς δεν μπορεί, και ούτε έχει το δικαίωμα να σας ψέξει για αυτές.

i)                   Κατά την αίσθησή σας, αν το τραγούδι είχε ένα κυρίως θέμα ποιο θα ήταν αυτό;
ii)                 Κατά την αίσθησή σας, αν το τραγούδι είχε ένα ισχυρό υπονοούμενο πίσω από το θέμα, ποιο θα ήταν αυτό;
iii)               Κατά την αίσθησή σας, γιατί το πουλί έχει φτερά χωρίς χρώματα;
iv)               Κατά την αίσθησή σας, γιατί ο στιχουργός επιλέγει τα παραδείγματα αυτών που δεν υπάρχουν πλέον να είναι οι Pteranodon, Archaeopteryx και Shenzhouraptor;
v)                 Κατά την αίσθησή σας, γιατί επαναλαμβάνεται συχνά στα αγγλικά η φράση what a rare bird;
vi)               Υπάρχει κάποια οικεία μουσική αναφορά στο τραγούδι που σας έκανε εντύπωση;
vii)             Αν μπορούσατε να κάνετε μια περφόρμανς με βάση αυτό το τραγούδι σε ένα μέρος ή κτήριο της πόλης, ποιο θα επιλέγατε;



Οι απαντήσεις μπορούν να έχουν νόημα, ή να μην έχουν. Μπορούν να είναι δομημένες ή να μην είναι. Μπορούν να είναι σε όποια γλώσσα ή διάλεκτο θέλετε. Μπορούν να είναι γραμμένες, βιντεοσκοπημένες, ηχογραφημένες ή τραγουδισμένες. Ή μπορεί να είναι ένα τραγούδι χωρίς στίχους. Ή μια συμφωνία ολόκληρη. ΄Η ένας πίνακας. Ή μια φωτογραφία. Ή πολλές. Ή ό,τι άλλο πιστεύετε ότι θα απαντήσει όπως αισθάνεστε ότι είναι καλή ιδέα να απαντηθούν οι ερωτήσεις.
Ως γνωστόν, σε τέτοιες ερωτήσεις δεν υπάρχουν σωστές και λάθος απαντήσεις, αλλά πηγαίες και ειλικρινείς ή όχι.

Το μόνο που πρέπει να γίνει, είναι να αποσταλούν σε αυτή τη διεύθυνση:
pavpanag@gmail.com  
μέχρι τις 2/2/14, στις 12 το βράδυ.

Ανάμεσα στις 3 πιο τραβηχτικές θα γίνει κλήρωση, με έπαθλο ένα οποιοδήποτε βιβλίο από εδώ:
 
http://www.bookdepository.co.uk

με τιμή έως 15 ευρώ (δεν κάνω πλάκα, το αφεντικό τρελάθηκε, τα δίνει όλα τζάμπα, Τζοβόλα δώσ' τα όλα και άλλα τέτοια).

Παρεπιπτώντως, αν σας ενδιαφέρει να συμμετάσχετε ως ηθοποιός, χορευτής, χορογράφος, μουσικός, ποιητής, αθλητής, ζωγράφος, δραματολόγος, παθολόγος ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο σε περφόρμανς βασισμένη στο παραπάνω τραγούδι, μπορείτε να γράψετε πάνω πάνω στο μήνυμά σας «Ναι, θέλω». Και τις ιδιότητες που σας αφορούν. 
Παλιοί συνεργάτες ή φίλοι δεν εξαιρούνται από τη διαδιακασία. Ακούτε, σιχαμένοι Έλληνες βυσματίες; Πλέον πνέει ευρωπαϊκός αέρας στην πόλη.

Δεσμεύομαι ότι θα βγάλουμε πολλά λεφτά.



Υ.Γ. Αν, και αφότου έχετε απαντήσει, σας αφιερώνω αυτό:
http://www.youtube.com/watch?v=UB5XoBjSoP8


Υ.Γ.2 Αν θέλετε να απαντήσετε, αλλά το αποφεύγετε, σας αφιερώνω αυτό:
http://www.youtube.com/watch?v=UB5XoBjSoP8

Υ.Γ.3 Μην ψάχνετε κρυμμένο νόημα, στις αφιερώσεις. Δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο αγάπη.


Υ.Γ. 4 Γράψτε και κάνα σχόλιο από κάτω. Δεν θα πάθετε τίποτα...Ίσα ίσα, μπορεί να γίνει και χαβάς...

Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

Θεσσαλονίκη, μια πόλη με πολλά έψιλον



Το θέατρο στην πόλη μας ΔΕΝ είναι επιτυχημένο. Και με αυτό εννοώ ότι οι Θεσσαλονικείς ΔΕΝ έχουν πειστεί ότι το να δουν μια παράσταση είναι ένας ενδιαφέρον τρόπος να περάσουν το βράδυ τους. Θα στηρίξω τον παραπάνω ισχυρισμό μου στην προσέλευση του κοινού στην Γκόλφω του Κακκάλα. Ενώ τις περισσότερες μέρες η αίθουσα ήταν πανηγυρικά γεμάτη, όταν ξεκίνησε να παίζεται, ήταν μισοάδεια. Και μιλάμε για τον Κακκάλα, τον άνθρωπο για τον οποίο έγινε πανικός και στο Λιωμένο Βούτυρο, και στην Ερωφίλη, και στο Σύσσημον. Ο κόσμος που τον είδε, και τον ξαναείδε, και τον ξαναείδε δεν έρχονταν να τον δει. Είτε έπρεπε να ξαναφτάσει στα αυτιά του η φήμη ότι η παράσταση είναι καλή, άρα δεν εμπιστεύεται ούτε καν κάποιον δημιουργό που του άρεσε στο παρελθόν, είτε δεν ενημερώθηκε για το ότι παίζει παράσταση του Κακκάλα, άρα δεν ενημερώνεται για το τι παίζει, άρα δεν τον αφορά το τι παίζει. Άρα το κοινό της Θεσσαλονίκης δεν ενδιαφέρεται και δεν έχει εμπιστοσύνη  στο θέατρο. Άρα το θέατρο της Θεσσαλονίκης, δηλαδή οι άνθρωποι που ασχολούμαστε με αυτό, ως σύνολο, έχουμε αποτύχει. Τουλάχιστον ως τώρα.

Θυμάμαι ότι όταν πρωτοπήγα σε ένα εργαστήρι θεάτρου, με κράξανε για το ότι δεν έβλεπα παραστάσεις. Το επιχείρημα ήταν ότι ένας άνθρωπος που θέλει να κάνει θέατρο οφείλει να βλέπει το θέατρο που παίζεται στην πόλη του. Κατ’αναλογία, ένας μάγειρας οφείλει να τρώει σε όσο γίνεται περισσότερα εστιατόρια στην πόλη του, ακόμα και αν έχει δοκιμάσει το φαγητό τους και δεν του έχει αρέσει. Το αυτονόητα βλακώδες του επιχειρήματος (προσοχή: δεν θεωρώ βλακώδες το βλέπει, θεωρώ βλακώδες το οφείλει να βλέπει) νομίζω ότι έχει τις ρίζες του σε μια βαθιά πεποίθηση όλων όσοι ασχολούνται με κάτι καλλιτεχνικό και δεν έχουν την απήχηση που θα ήθελαν. Ότι δηλαδή το κοινό θα όφειλε να τους αναγνωρίσει και να τους παρακολουθεί. Ότι η μη απήχησή μας δηλαδή είναι, κατά βάση,  ευθύνη του κοινού. Ένα κοινό που όταν δεν μας παρακολουθεί, χαιρόμαστε να του αποδίδουμε χαρακτηριστικά όπως χαμηλή παιδεία, χαμηλό επίπεδο και μικρό ενδιαφέρον για τα βαθιά και ουσιαστικά πράγματα.

Δεν εξετάζω το αν υπάρχει κάποια δόση αλήθειας στην παραπάνω τοποθέτηση και πόση είναι αυτή. Για την ώρα, ας δεχτούμε ότι μας αξίζει να απευθυνόμαστε όλοι σε ένα πιο προχωρημένο κοινό, το οποίο θα μας αγκάλιαζε όλους με περίσσιο ενθουσιασμό αν του δίναμε την ευκαιρία να μας παρακολουθήσει, αλλά δεν το κάνουμε διότι τα αεροπορικά εισιτήρια για το φεστιβάλ του Εδιμβούργου είναι ακόμα ακριβά. 

Βασικά όχι, δεν θα δεχτούμε σε καμία περίπτωση ως αληθή αυτήν την τιτανοτεράστια παπαριά. Θα πρέπει  να φανούμε γενναίοι και να φορτώσουμε στους εαυτούς μας την αποκλειστική ευθύνη για το γεγονός ότι οι Θεσσαλονικείς μας έχουν γραμμένους. Μόνο έτσι υπάρχει περίπτωση να καταφέρουμε να ανακαλύψουμε τουλάχιστον το δικό μας μερίδιο στο πρόβλημα.

Η Αθήνα δεν είναι ανάλογα αποτυχημένη. Σίγουρα δεν είναι κανένας θεατρικός παράδεισος, αλλά αποτυχημένη δεν την λες. Πολλές παραστάσεις, αρκετές καλές, κοινό που βλέπει πολλά και διαφορετικά πράγματα. Θυμάμαι όταν είχα παρακολουθήσει μια μαλακία σε ένα περιθωριακό θέατρο, ημέρα Τρίτη, σε κανονική ροή παραστάσεων και το θέατρο είχε 40 άτομα. Όσα είχε ο Κακκάλας στο Αυλαία τις πρώτες μέρες που ανέβηκε. Το ότι η Αθήνα είναι τετραπλάσια δεν σημαίνει και πολλά. Δικαιολογεί μόνο το να ανεβαίνουν τετραπλάσιες παραστάσεις, με την τετραπλάσια προσέλευση. Αλλά οι πολλαπλασιαστές είναι πολύ-πολύ μεγαλύτεροι. Επίσης, επιτρέψτε μου να πω ότι ένας πληθυσμός της τάξεως του εκατομμυρίου είναι υπέρ-αρκετός για να στηρίξει 10-15 σχήματα. Αρκεί να κάνουν παραστάσεις που να τον αφορούν. Και ερχόμαστε στο βασικό μας, κατά τη γνώμη μου, πρόβλημα: οι παραστάσεις μας δεν αφορούν παρά ελάχιστους. Ίσως μερικούς φίλους, και τις μανάδες μας, και μόνο ένα σχετικά μικρό κοινό που μπορεί να χαρακτηριστεί θεατρόφιλο. Τα αίτια είναι αρκετά, αλλά εδώ θα αναφερθώ σε αυτό που θεωρώ μεγαλύτερο και από την προχειρότητα, και από τον ημιεπαγγελματισμό, και από την φραπεδοκατάσταση που συχνά επικρατεί κατά τη δημιουργική διαδικασία.

Νομίζω ότι οι Θεσσαλονικείς, αν έχουμε κάτι ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, είναι ο βαθύς συντηρητισμός μας. Είμαστε άνθρωποι που, στο βάθος, φοβόμαστε το ρίσκο και μας αρέσει να κινούμαστε στο οικείο και στο σίγουρο. Αυτό από μόνο του δεν σημαίνει κάτι. Ο συντηρητισμός δεν είναι ούτε καλός ούτε κακός. Μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμος σε μια περίοδο στασιμότητας και σταθερότητας, διότι τότε το να αποκλείσεις το νέο σε προστατεύει από το αδοκίμαστο και, κατά πάσα πιθανότητα, το άγουρο. Αφού το παλιό λειτουργεί και οι καιροί είναι ίδιοι, γιατί να αλλάξουμε; Η στρατηγική αυτή δεν είναι απαραίτητα κακή, γεννήθηκε σε μια εποχή που βόλευε. Και μπορεί να πετυχαίνει. Όταν ο κόσμος δεν αλλάζει. Όταν τα πράγματα μένουν σχετικά στάσιμα. Όπως ας πούμε, ΟΧΙ στην εποχή που ζούμε τώρα....
  
Ανοίγω παρένθεση:

Υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ασυμμετρία ανάμεσα στην επιστήμη και την τέχνη. Από τη μία, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επιστήμη προχωρά. Και προχωρά από το παρελθόν στο μέλλον, αθροίζοντας τα επιτεύγματα της. Η επιστήμη του 2000 είναι σαφώς ανώτερη από αυτήν του 1900, και αυτή του 1900 δεν συγκρίνεται με αυτή του 1700. Δεν εννοώ ότι ο Αϊνστάιν ήταν ανώτερος επιστήμονας από τον Νεύτωνα. Εννοώ ότι η θεωρία του Αϊνστάιν είναι ανώτερη από αυτήν του Νεύτωνα. Άραγε, ισχύει το ίδιο στην τέχνη; Μπορεί κανείς να υποστηρίξει, κατ' αντιστοιχία, ότι η τέχνη έχει προχωρήσει και ότι η Ολεάννα είναι ανώτερη από το Βυσσινόκηπο; Ή το Κουκλόσπιτο από τον Οθέλλο; Ή ότι η Φωλιά του Κούκου είναι ανώτερη από τους Μοντέρνους Καιρούς;  Ή ότι αυτό:
http://www.youtube.com/watch?v=U-pVz2LTakM 

είναι ανώτερο από αυτό:
http://www.youtube.com/watch?v=WHWG4reiPyM;

Όλα τα παραπάνω έργα ανήκουν σε διαφορετικές εποχές και είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Κάποιος μπορεί να προτιμά το ένα και κάποιος το άλλο. Αλλά δεν μοιάζει να υπάρχει κάτι που να αθροίζεται συν τω χρόνω και που να κάνει την τέχνη του μέλλοντος ανώτερη από αυτήν του παρελθόντος. Καθώς περνά ο καιρός, η τέχνη μοιάζει να γίνεται απλά διαφορετική

Νομίζω ότι το κλειδί για να κατανοήσουμε την διαφορά της τέχνης με την επιστήμη (και την τεχνολογία) σε αυτόν τον τομέα βρίσκεται στον τρόπο αλληλεπίδρασης που έχει η καθεμιά με την εποχή της. Συγκεκριμένα, πιστεύω ότι πρόκειται για ένα ζήτημα κατεύθυνσης. Η μεν επιστήμη κυρίως επηρεάζει την εποχή της, ενώ η τέχνη κυρίως επηρεάζεται από αυτήν. Η επιστήμη βρίσκεται σε μία διαρκή εξέλιξη, αθροίζει τα επιτεύγματά της και οι εποχές την ακολουθούν. Οι υπολογιστές ήρθαν, όχι διότι τους ήθελε η συγκεκριμένη εποχή. Κάθε εποχή θα τους ήθελε. Ήρθαν διότι η πρόοδος έκανε δυνατή την κατασκευή τους. Το ίδιο και οι ατομικές βόμβες. Προφανώς, οι βόμβες δεν ήρθαν ανεξάρτητα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά θα έρχονταν ούτως ή άλλως, έστω με μια μικρή καθυστέρηση. Αντίθετα, το Περιμένοντας τον Γκοντό, νομίζω ότι δεν θα έρχονταν ποτέ άλλοτε και πουθενά αλλού, ούτε ως φόρμα ούτε ως περιεχόμενο, παρά μόνο στην μεταπολεμική Ευρώπη. Πρόκειται για ένα έργο που γεννήθηκε εξαιτίας της εποχής του. Έγινε βέβαια κλασσικό, και πιθανότατα θα ζει για πολλές ακόμα εποχές, αλλά κυρίως και πρωτίστως αφορά την εποχή η οποία το γέννησε. 

Εκτός όμως από τις σπάνιες περιπτώσεις των σπουδαίων και διαχρονικών δημιουργιών, παρατηρούμε ότι κάθε εποχή βγάζει και κάποια έργα που ίσως αποτυγχάνουν να παραμείνουν στο προσκήνιο για καιρό, αλλά μπορεί να κυριαρχήσουν στην εποχή τους. Προσοχή, δεν μιλώ μόνο για mainstream, εύπεπτες δημιουργίες. Μιλώ για έργα δύσκολα, που μπορούν να μιλήσουν ισχυρά στους ανθρώπους της εποχή τους, είτε ως θέμα, είτε ως φόρμα, αλλά δεν αφορούν άλλες εποχές. Εξετάζοντας μόνο την επίδραση που έχει ένα έργο στην εποχή του (και η εφήμερη φύση του θεάτρου επιτρέπει μόνο μία τέτοια εξέταση), θα τολμήσω να υποστηρίξω ότι το σύγχρονο θα είναι πάντα σε θέση υπεροχής σε σχέση με το παλιό. Η περίπτωση των θεατρικών κειμένων είναι ξεχωριστή, καθώς δεν αποτελούν πλήρη καλλιτεχνικά έργα από μόνα τους. Χρειάζονται να γίνουν παράσταση για να ολοκληρωθούν, οπότε ένα παλιό κείμενο μπορεί να παράγει μια σύγχρονη παράσταση. Πιστεύω όμως ότι ένα σύγχρονο έργο έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να παράγει μια καλή παράσταση από ένα μη σύγχρονο. Πιστεύω ότι οι Ψευδαισθήσεις είναι σημαντικότερο να ανεβαίνουν το 2014 από το Φάουστ. Ανάλογα, μια σύγχρονη καλή ταινία (όπως ο Κυνόδοντας) είναι καλύτερη και μπορεί να μας ταράξει περισσότερο σήμερα από μια παλιά καλή ταινία (όπως ο Θίασος).

Κλείνω παρένθεση.



Το 2014 είναι μια εποχή που αλλάζει γαμιώντας. Ακόμα και αν δεν λάβουμε καθόλου υπόψη μας τις αλλαγές που έφερε η κρίση, και μόνο το γεγονός ότι πριν από 10 χρόνια το να φτιάξω ένα μουσικό CD της επιλογής μου απαιτούσε να κατεβάζω τραγούδια με το WinMX για καμιά βδομάδα, ενώ τώρα βάζω το spotify να μου φτιάχνει λίστες του γούστου μου με βάση ένα ή δύο πρότυπα, κάνει τον οποιοδήποτε συντηρητισμό και την όποιαδήποτε τυφλή πίστη στην καλλιτεχνική παράδοση, πολύ κακή ιδέα. Εννοώ ότι το να εμμένουμε σε μια μέθοδο ή μια διαδικασία ή σε ένα είδος παραστάσεων που λειτουργούσε κάποια χρόνια πριν, ενώ τώρα δεν φαίνεται να αφορούν και πολύ, είναι ένα είδους δημιουργικού δεινοσαυρισμού: οδηγεί στην εξαφάνιση. Κάτι που κινδυνεύει να πάθει σήμερα η ελληνική τηλεόραση. Μόνο η διαρκής προσαρμογή στο σήμερα μπορεί να σώσει την δημιουργία. Και με τη φράση "προσαρμογή στο σήμερα" δεν εννοώ την αλόγιστη χρήση τεχνολογικών εφέ, όπως κάμερες και λέιζερ σε παραστάσεις. Κάθε άλλο. Εννοώ την προσπάθεια να ληφθούν υπόψιν οι ιδιαίτερες προσλαμβάνουσες του σημερινού θεατή. Μιλάω για την προσπάθεια να φτιάξουμε μια σχέση με το θεατή κατά τη διάρκεια της παράστασης, που να ανταποκρίνεται σε αυτό που έχει αληθινά ανάγκη η ψυχή του από εμάς. Μιλάω για την προσπάθεια να ανακαλύψουμε  τι σχέση έχουμε ανάγκη και εμείς να δημιουργήσουμε με το θεατή μας, για να ανταλλάξουμε μαζί του αυτά που θέλουμε να ανταλλάξουμε. Και μιλάω για την συλλήβδην απόρριψη οποιουδήποτε στοιχείου μας μοιάζει εμφανώς παρωχημένο. Όλα αυτά έχουν το τίμημά τους. Διότι μιλάω για κάτι τόσο ανασφαλές, πού έχει ίδια πιθανότητα να είναι μια τεράστια επιτυχία, ή μια τεράστια αποτυχία κάθε φορά. Εν πάση περιπτώσει, μιλάω για κάτι σαν αυτό: 

http://www.youtube.com/watch?v=yk3YtIlTeog

Φοβάμαι ότι η εποχή που ζούμε είναι μοναδική και δεν υπάρχει προηγούμενη εμπειρία για να χρησιμοποιήσουμε ως οδηγό. Οι ρυθμοί που εξελίσσονται τα πράγματα είναι τέτοιοι που μπορούν να κάνουν την avant garde του χθες  να είναι παρωχημένη και αδιάφορη σήμερα. Πόσο μάλλον, τις παραστάσεις που θα μπορούσαν να είχαν παιχτεί άνετα πριν από είκοσι χρόνια (πάλι θα αρχίσω τα ίδια, και θα με λέτε εμπαθή, http://www.ppavelblog.blogspot.gr/2014/01/blog-post.html). Αν επιλέγουμε, όπως μας αρέσει να κάνουμε στη Θεσσαλονίκη, την ψευδαίσθηση ασφάλειας που μας παρέχει η εμμονή στο οικείο, τότε είμαστε καταδικασμένοι σε συνεχής αποτυχίες. Και τελικά σε εξαφάνιση. Ή ακόμα χειρότερα, σε αυτισμό. Έτσι είναι τα πράγματα κατά το έτος 2014. Ζούμε σε μια περίοδο που αν θέλουμε να είμαστε συνεπείς στα ραντεβού με το κοινό μας, η απαιτούμενη συνεχής προσαρμογή στο νέο θα μας δημιουργεί φοβερή σύγχυση και ανασφάλεια. Από τη μία θα χαιρόμαστε τα πειράματα, από την άλλη όμως θα ζούμε έναν μόνιμο κίνδυνο και μια διαρκή αγωνία.  Ή, αν φανούμε τυχεροί, θα αποκτήσουμε αντισώματα στον κίνδυνο και στην αγωνία.

Μου ήρθε στο μυαλό μια συζήτηση που είχα πριν δυο χρόνια με έναν φίλο, Πάσχα ήτανε, είχαμε ανάψει περίπου 14 φωτιές και ψήνανε ό,τι κρέας βρίσκαμε μπροστά μας. Κουβεντιάζοντας μεταξύ κατσικιού στο φούρνο και κοκορετσιού στη σούβλα, μου είπε ότι εκτιμά ιδιαίτερα τους καλλιτέχνες που είναι επικίνδυνοι. Μου άρεσε σαν φράση. Αρχικά θεώρησα ότι επικίνδυνος καλλιτέχνης σημαίνει απρόβλεπτος και τολμηρός ως προς το τι παρουσιάζει, αλλά με έλεγχο αυτού που παρουσιάζει. Δεν μπορώ να το προσδιορίσω επακριβώς, αλλά είχα την αίσθηση ότι ο κίνδυνος αφορούσε, κυρίως, το θεατή. 
Λίγο αργότερα θυμήθηκα μια ξεχωριστή εμπειρία που είχα σε ένα μάθημα στη σχολή. Είχα παρουσιάσει στην τάξη ένα αυτοσχέδιο κομμάτι μια βδομάδα πριν τις εξετάσεις. Είχε συμβεί ένα αλλόκοτο πράγμα. Τα δευτερόλεπτα πριν βγω να το δείξω πρώτη φορά, είχα μια πολύ έντονη αμφιβολία για το κατά πόσο αυτό που είχα ετοιμάσει ήταν όντως κάτι. Δεν αναφέρομαι στην κλασική ανασφάλεια που έχουμε όλοι για το  αν αυτό που έχουμε ετοιμάσει είναι καλό. Ήταν ένα διαφορετικό, πρωτόγνωρο συναίσθημα. Είχα έντονα την αίσθηση ότι αυτό που είχα ετοιμάσει μπορεί και να μην ήταν τίποτα. Όχι μαλακία, όχι κακό, ότι μπορεί να ήταν ένα τίποτα. Και μάλιστα, χωρίς να μπορεί να περιγραφεί η αιτία που είναι τίποτα. Ότι υπήρχε μεγάλη πιθανότητα, αφού τελειώσω, όλοι να με κοιτάνε με απορία και να με ρωτάνε τι ακριβώς έκανα. Ή να με δείρουν. Αλήθεια, για λίγο φοβήθηκα ότι μπορεί να φαώ ξύλο. Για λίγο σκέφτηκα να την κάνω. Ευτυχώς, κατά τη διάρκεια της παρουσίασης λειτούργησαν ένστικτα αυτοσυντήρησης ηθοποιού και το έδειξα όλο. 

Στο τέλος αποδείχθηκε ότι το συγκεκριμένο κομμάτι ήταν το μόνο πραγματικά καλό κομμάτι που έχω φτιάξει στη ζωή μου. Η εμπειρία αυτή μου έδειξε ότι, όταν μια δημιουργία είναι επικίνδυνη, ο κίνδυνος αφορά κυρίως το δημιουργό. Αφορά τον κίνδυνο να φοβάται να φάει ξύλο από το κοινό, χωρίς να μπορεί να διαφωνήσει για το ότι το τρώει. Αλλά ταυτόχρονα αφορά μια παράξενη παρόρμηση ότι πρέπει να παρουσιάσει αυτό που έφτιαξε, διότι....απλά μπορεί και να είναι καλή ιδέα να το παρουσιάσει. Μια εποχή που αλλάζει διαρκώς νομίζω ότι απαιτεί από εμάς μια τέτοια άγρια ανασφάλεια στην κάθε μας επιλογή. Με λύπη μου παραδέχομαι ότι δεν έχω καταφέρει να ξανακάνω κάτι τόσο επικίνδυνο από τότε. Τι να πω, μάλλον έχω κοτέψει. 

Τέτοιος μαλάκας είμαι.

Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

Γιατί δεν μου άρεσε το Πέερ Γκυντ





Ήταν κάποτε ένα ελεφαντάκι. Είχε μεγάλα μάτια και αυτιά, και μπορούσε να βλέπει και να ακούει τα πράγματα προσεκτικά. Το ελεφαντάκι είχε έναν φίλο, τον Ντέιβιντ, που έγραφε ωραίες ιστορίες. Ο Ντέιβιντ του είπε κάποτε: «Πρόσεξε μικρέ ελέφαντα. Ξέρω ότι σου αρέσει να κάνεις πράγματα μαζί με φίλους σου και να ζητάς από κάποιους άλλους να τα παρακολουθούν. Να θυμάσαι, όταν κάνεις κάτι και κάποιοι άλλοι το παρακολουθούν, το πιο σημαντικό πράγμα είναι η ιστορία που τους λες. Από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος, τα ζώα μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά και έλεγαν ιστορίες από το κυνήγι. Τα άλλα ζώα, ακόμα και αυτά που δεν κυνηγούσαν, άκουγαν τις ιστορίες προσεκτικά, για να μάθουν από την εμπειρία των άλλων και να αποφεύγουν τις κακοτοπιές. Αυτή η παράδοση έχει γραφτεί βαθιά μέσα στο μυαλό και την καρδιά όλων των ζώων, και τους αρέσει πολύ να ακούν ιστορίες. Ειδικά αυτές που δεν ξέρουν τι θα γίνει μετά, τους κεντρίζουν πολύ το ενδιαφέρον. Όποτε κάνεις κάτι μαζί με τους φίλους σου, και ζητάς από άλλους να το παρακολουθούν, πρέπει να ακολουθείς αυτόν τον αρχαίο κανόνα. Μην σε ξεγελούν όσοι λένε ότι μπορείς να κάνεις πράγματα αυθαίρετα, αόριστα και χωρίς ιστορία. Σου λένε μπούρδες. Ακόμα και αν είναι όμορφα, δεν θα σημαίνουν τίποτα. Δεν θα μιλήσουν στις ψυχές των ανθρώπων ποτέ. Στις ψυχές των ανθρώπων μιλάνε μόνο οι ιστορίες. Τίποτε άλλο.».

Ο μικρός ελέφαντας θύμωσε πολύ με τον φίλο του. Αισθάνθηκε ότι ήθελε να τον περιορίσει. Αισθάνθηκε ότι ήταν ένας γερο-παράξενος, απαρχαιωμένος και παρωχημένος, που φοβόταν το διαφορετικό. Ήταν σίγουρος ότι, μαζί με τους φίλους του, μπορούν να κάνουν πράγματα που θα είναι όμορφα, και ας μην αφηγούνται μια ιστορία. Άλλωστε, είχε δει πράγματα που ήταν όμορφα, και ας μην του αφηγούνταν ιστορίες. Είχε δει τον Δημήτρη να χορεύει με έναν γυμνό άντρα. Του άρεσε, αν και δεν του έλεγε καμιά ιστορία. Είχε δει τη Σοφία και την Αγλαΐα να κουνάνε γρήγορα τις γλώσσες τους, και δεν του έλεγαν καμιά ιστορία. Είχε δει το Γιώργο, την Αγγελική, το Χρήστο και κάτι φίλους τους να του μιλάν για νεκρά πράγματα, αλλά δεν του έλεγαν καμιά ιστορία. Άρα και ο ίδιος θα μπορούσε να κάνει πράγματα, να ζητά από άλλους να τα βλέπουν, να μην τους λέει καμιά ιστορία.

Παρόλα αυτά, την τελευταία φορά που ο μικρός ελέφαντας και οι φίλοι του έφτιαξαν κάτι για το δουν κάποιοι άλλοι, επέλεξαν να πουν μια ιστορία. Αν και, επιφανειακά τουλάχιστον, δεν συμφωνούσε με τον Ντέιβιντ, μουρμούρισε στον εαυτό του, με μια μικρή δόση ενοχής για τη δειλία του: «Ας πούμε μια ιστορία τώρα, και την άλλη φορά μπορούμε να φτιάξουμε κάτι χωρίς να πούμε μια ιστορία. Ίσως είναι η τελευταία φορά που λέω μια ιστορία. Από εδώ και πέρα, θα προσπαθώ να φτιάχνω πράγματα χωρίς να λέω μια ιστορία.» Ο μικρός ελέφαντας και οι φίλοι του είπαν τελικά μια ιστορία.

Λίγο καιρό μετά, ο μικρός ελέφαντας πήγε μαζί με μια φίλη του, αλεπού, να δει κάποιους να κάνουν κάτι. Τους καθοδηγούσε ο Γιάννης. Για να τους καθοδηγήσει ο Γιάννης, χρησιμοποίησε κάτι λόγια που έγραψε ο Ερρίκος. Και αυτά τα λόγια ήταν μια ιστορία. Και αυτά που έκαναν οι κάποιοι, ο μικρός ελέφαντας τα παρακολουθούσε για τρεις ώρες. Και αυτά που έκαναν οι κάποιοι δεν ήταν άσχημα. Έτρεχαν από εδώ, έτρεχαν από εκεί, φώτιζαν ωραία το χώρο, τραγουδούσαν όμορφα, ήταν ντυμένοι όμορφα. Ο μικρός ελέφαντας μπόρεσε να δει αρκετά όμορφα πράγματα εκείνη τη νύχτα. Αλλά σύντομα, ο μικρός ελέφαντας άρχισε να βαριέται. Δεν ήταν σίγουρος γιατί βαριόταν, αλλά ήταν σίγουρος ότι βαριόταν. Αυτά που έβλεπε, ήταν όμορφα, αρκετά όμορφα, αλλά βαριόταν. Και όταν οι κάποιοι σταμάτησαν να κάνουν πράγματα και ο μικρός ελέφαντας πήγε σπίτι του, άρχισε να αναρωτιέται γιατί είχε βαρεθεί. Άλλα ζώα του είχαν πει ότι τους άρεσε αυτό που είδαν, αλλά στον μικρό ελέφαντα δεν άρεσε. «Έκαναν πολλά που δεν ταίριαζαν» είπε η αλεπού. «Έπρεπε να κάνουν λιγότερα και πιο μετρημένα». Συμφώνησε ο μικρός ελέφαντας. Αλλά αυτή η σκέψη δεν του ήταν αρκετή.

Λίγες μέρες μετά, έλαμψαν σαν αστραπή στο μυαλό του τα λόγια του παλιού του φίλου, του Ντέιβιντ: "…Στις ψυχές των ανθρώπων μιλάνε μόνο οι ιστορίες…".  "Κάτι δεν πάει καλά" σκέφτηκε ο μικρός ελέφαντας. "Γιατί να θυμηθώ τώρα τα λόγια του Ντέιβιντ, αφού ο Γιάννης με αυτά τα όμορφα που έβαλε τους άλλους να κάνουν, αν και βαρέθηκα, προσπάθησε να μου πει μια ιστορία". Και εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο μικρός ελέφαντας πάγωσε. Πάγωσε διότι συνειδητοποίησε κάτι πολύ σπουδαίο: ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί την ιστορία που έγραψε ο Ερρίκος. Εκτός από κάτι σκόρπια θραύσματα, δεν συγκράτησε τίποτε άλλο. Και τότε κατάλαβε ότι ο Γιάννης έκανε ένα πολύ μεγάλο λάθος. Έφτιαξε αρκετά όμορφα πράγματα, αλλά δεν προσπάθησε πραγματικά να αφηγηθεί την ιστορία που έγραψε ο Ερρίκος. Αυτά που έβαλε τους άλλους να κάνουν, τα ρούχα τους, τα τραγούδια τους, τα όμορφα φώτα, δεν υποστήριζαν γνήσια την ιστορία. Τις περισσότερες φορές ήταν φλύαρα και άσχετα μεταξύ τους, και καπέλωναν την ιστορία.

Οι σκέψεις του συνέχισαν βροχή. Αυτά που είχε δει και του άρεσαν και νόμιζε ότι δεν έλεγαν ιστορίες, τελικά έλεγαν εξαιρετικές ιστορίες με εξαιρετικό τρόπο. Ο Δημήτρης, που χόρευε με το γυμνό φίλο του, χωρίς να το καταλάβει τότε ο μικρός ελέφαντας, του είπε με έναν αλλόκοτο τρόπο την ιστορία της αρχής μιας δημιουργίας. Η Αγλαΐα και η Σοφία, κουνώντας τις γλώσσες τους, του είπαν την ιστορία δύο αιμοβόρων και άγριων βασιλισσών που τυραννούσαν τους λαούς τους.

Αλλά ο Γιώργος, η Αγγελική και ο Χρήστος; Αυτοί με αυτά που έλεγαν δεν αφηγούνταν μια ιστορία. «Μα τι ηλίθιος που είμαι», σκέφτηκε αμέσως ο μικρός ελέφαντας. «Αυτοί δεν είπαν απλά μια ιστορία. Είπαν σχεδόν χίλιες ιστορίες. Χίλιες ιστορίες ανθρώπων, πραγμάτων, ιδεών και κινημάτων που είχαν πεθάνει. Στην πραγματικότητα, με τον γαλαξία που έφτιαξαν, του είχαν αφηγηθεί με χίλιες μικρές ιστορίες την μεγάλη ιστορία του θανάτου.

Έτσι ο μικρός ελέφαντας άλλαξε γνώμη, και αποφάσισε να μην ξαναφτιάξει ποτέ κάτι το οποίο να ζητήσει από άλλους να το παρακολουθούν, χωρίς να προσπαθεί να πει μια ιστορία. Και αποφάσισε να πει όλες αυτές τις σκέψεις του στους φίλους του, ώστε όλα όσα κάνουν από τούδε και στο εξής, ζητώντας από άλλους να τα παρακολουθούν, να  αφηγούνται με ενδιαφέροντα τρόπο, ενδιαφέρουσες ιστορίες. Και να μην προσθέσουν ποτέ τίποτα σε αυτά που κάνουν, όσο όμορφο και αν είναι, αν δεν υποτάσσεται και δεν υπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο την ιστορία. Διότι, όπως λέει ο φίλος του ο Ντέιβιντ, η ιστορία είναι πάνω από όλους και από όλα, πάνω αυτούς που κάνουν, πάνω αυτούς που τους ντύνουν, πάνω από αυτούς που φωτίζουν, πάνω και από αυτούς που λένε στους άλλους τι να κάνουν.

Και τέλος, ο μικρός ελέφαντας αποφάσισε το κυριότερο: να πάρει το φίλο του τον Ντέιβιντ τηλέφωνο, να του ζητήσει συγνώμη, και να του προτείνει να πάνε να πιουν μπύρες και να χτυπήσουν γκόμενες. Διότι ο Ντέιβιντ τα λέει ωραία.


Υ.Γ.: Άραγε, τα ζωάκια στα οποία άρεσαν αυτά που έκαναν οι φίλοι του Γιάννη, τα συνεπήρε πραγματικά η ιστορία του Ερρίκου, ή τα εντυπωσίασαν τα τραγούδια, τα φώτα, τα τρεξίματα (πολλά τρεξίματα όμως) και οι όμορφες θέσεις που έπαιρναν στο χώρο οι φίλοι του Γιάννη; (Όπως ίσως παρατηρήσατε, για τον τρόπο που μιλούσαν ούτε λόγος)