Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Και όμως γυρίζει

Σπουδαίοι τύποι κάποιοι αρχαίοι Έλληνες. Εφηύραν το λόγο (δεν εννοώ την ομιλία, βλάχο), την επαγωγική διαδικασία, προσπάθησαν μέσα από θεμελιώδεις υποθέσεις να εξηγήσουν τον κόσμο. Στο σχολείο μάθαμε (αν και έχω κάθε λόγο να αμφισβητώ την εγκυρότητά του) ότι επέλεγαν να αποφεύγουν τη χειρωνακτική δουλειά για να επιβεβαιώσουν ή να απορρίψουν τις θεωρίες τους. Στην αναζήτηση της γνώσης, χειρωνακτική δουλειά είναι το πείραμα.

Ένας σπουδαίος Ιταλός, ο Γαλιλαίος Γαλιλέι σκέφτηκε γύρω στο 1600 ότι για να βγάλει καλύτερα συμπεράσματα για το πώς λειτουργεί η φύση, μπορεί να κάνει τεστ στην ίδια τη φύση. Ήταν ο πρώτος που το έκανε μεθοδικά (σύμφωνα τουλάχιστον με την επίσημη ιστορία). Και έτσι εγένετο η σύγχρονη επιστήμη. Η συνέχεια για τον συγκεκριμένο τύπο, βέβαια, δεν ήταν ιδιαίτερα καλή, αλλά τι τα θες, Εκκλησία είναι αυτή.

Στην επιστήμη και την τεχνολογία το πείραμα είναι μια καθολικά αποδεκτή διαδικασία διερεύνησης για την αναζήτηση νέας γνώσης και την κατασκευή διατάξεων, μηχανών, συσκευών και κατασκευών. Τα περιθώρια αποτυχίας ή μερικής μόνο επιτυχίας είναι αρκετά έως πολύ υψηλά. Για παράδειγμα, προτού βγει στην αγορά ένα νέας τεχνολογίας κινητό τηλέφωνο, φτιάχνονται διάφορα πρωτότυπα, δηλαδή συσκευές που δεν αναμένεται να λειτουργούν τέλεια, αλλά κυρίως χρησιμοποιούνται για να βρούμε με ποιον τρόπο θα μπορέσουμε να φτιάξουμε άλλες συσκευές που θα λειτουργούν τέλεια.

Κάτι ανάλογο είναι και το πείραμα σε μια τέχνη, όπως το θέατρο. Κάθε εποχή, ειδικά σαν τη δική μας που τρέχει και εξελίσσεται με τρομαχτικούς ρυθμούς, χρειάζεται να αναδεικνύει νέες φόρμες, μεθόδους δουλειάς και τύπους παραστάσεων, που να ανταποκρίνονται καλύτερα στις απαιτήσεις του εκάστοτε σήμερα. Ο μόνος τρόπος για να εφευρεθούν αυτές οι φόρμες, είναι να πειραματιστούμε. Δηλαδή, να δοκιμάσουμε, να επεκτείνουμε τα όρια του εύρους των πιθανών επιλογών μας, και να διερευνήσουμε πώς ανταποκρίνεται το κοινό στις νέες αυτές επιλογές. Στο θέατρο, πείραμα χωρίς να τεσταριστεί στο κοινό δεν μπορεί να λογιστεί πείραμα. Παράσταση που δεν φτάνει δεν την παρακολουθεί κανένας, ακόμα και αν είναι πειραματική, δεν είναι παράσταση, είναι αυνανισμός.

Παρόλα αυτά, το πείραμα στην τέχνη είναι μια πολύ παρεξηγημένο. Το ανέκδοτο με τον σινεφίλ που παρακολουθεί μόνο κορεάτικο πειραματικό κινηματογράφο είναι αρκετά ενδεικτικό της ιδέας που έχουμε για την πειραματική τέχνη. Στο θέατρο, όταν ακούμε πειραματικό σχήμα φανταζόμαστε συνήθως μια ομάδα γραφικών τύπων, που σε ένα μαύρο, μίζερο υπόγειο κάνουν διάφορες μαλακίες, χωρίς δομή και νόημα. Και αν τους ρωτήσεις τι κάνουν, θα σου αραδιάσουν μια σειρά από μπούρδες, που θα μοιάζουν περισσότερο με τυχαία διάταξη ασυνήθιστων λέξεων από το λεξικό του Μπαμπινιώτη.


Το πρόβλημα είναι ότι χωρίς καλλιτεχνικά πειράματα, δεν υπάρχει εξέλιξη. Και χωρίς εξέλιξη δεν υπάρχει προσαρμογή στο σήμερα. Και χωρίς προσαρμογή στο σήμερα δεν υπάρχει ενδιαφέρον. Και χωρίς ενδιαφέρον υπάρχουν μόνο χασμουρητά και αδιαφορία. Και άδειες αίθουσες. Και πείνα. Και ετεροαπασχόληση σε μπαρ. Ή, χειρότερα από τα μπαρ, παρακαλητό για να μας πάρουν στο δημόσιο (θέατρο), που τουλάχιστον πληρώνει (αλήθεια, αυτοί που θέλουν δουλειά που να πληρώνει, γιατί δεν επέλεξαν να γίνουν προγραμματιστές ή τεχνικοί δικτύων ή αποκλειστικές νοσοκόμες;)

Η ευθύνη για την πειραματοφοβία νομίζω ότι ανήκει σε πολλές μεριές. Ανήκει στους δασκάλους που δεν επικροτούν τα πειράματα των μαθητών τους. Στους δασκάλους που δεν πειραματίζονται οι ίδιοι, για να δώσουν το καλό παράδειγμα. Στους μαθητές που δεν κάνουν του κεφαλιού τους, μπας και βρουν το δρόμο που τους αφορά πραγματικά. Στους δημιουργούς που επιλέγουν να κινηθούν στα σίγουρα, λες και αν αποτύχουν καμιά φορά, θα τους πεθάνει ο ασθενής. Στο κοινό, που δυσκολεύεται να αναγνωρίσει ότι για να έχει καλά κινητά, πρέπει να φτιαχτούν και μερικά πρωτότυπα που δεν θα λειτουργούν σωστά.

Η ευθύνη αυτού που πειραματίζεται ξεκινάει και τελειώνει στο να πειραματιστεί με ειλικρίνεια και σωστές διαδικασίες. Να φτιάξει κατάλληλες συνθήκες, να αναζητήσει νέες μεθόδους, να είναι ανοιχτός και γενναίος στο να πατήσει σε αχαρτογράφητα εδάφη. Και στο να είναι έτοιμος να φάει τα μούτρα του. Δεν είναι ευθύνη του να πετύχει. Είναι, όμως, ευθύνη του να μην κοιμηθεί το επόμενο βράδυ, ψάχνοντας να βρει το λόγο που απέτυχε. Και όπως έλεγε ο ίσως πιο άγριος θεατρικός πειραματιστής του 20ου αιώνα:

Πάντα προσπάθεια.
Πάντα αποτυχία.
Δεν πειράζει.
Προσπάθησε ξανά.
Απότυχε ξανά.
Απότυχε καλύτερα.

Όλοι ξέρουν ότι τα πειράματα δεν φέρνουν πάντα άμεσα αποτελέσματα. Ούτε και άμεσο κέρδος. Κάποιος, όμως, πρέπει να τα στηρίξει. Στην περίπτωση του θεάτρου, την ευθύνη αυτή την έχουν οι σχολές, οι εύρωστοι οικονομικά θεατρικοί οργανισμοί και, κυρίως, το κράτος. Αντί λοιπόν κρατικοί θεατρικοί οργανισμοί να ξοδεύουν αβέρτα χρήματα για αμφιβόλου ποιότητας, κιτς, υποτιθέμενα λαϊκά θεάματα (οι μισθοί παράστασης με 15 συντελεστές είναι περί τις 100.000 ευρώ, την ώρα που ο παγκόσμιος Τερζόπουλος επιχορηγήθηκε το 2012 με το ποσό των 60.000 ευρώ και η προσκεκλημένη στη Schaubuhne καινοτόμα ομάδα των Blitz με 25.000 ευρώ, υπάρχουν αναρτημένα στη σελίδα του υπουργείου), ίσως θα έπρεπε να επενδύσουν λίγα ευρώ στις πειραματικές σκηνές τους. Το ΚΘΒΕ πριν από μερικά χρόνια θεώρησε καλύτερη ιδέα να καταργήσει την πειραματική σκηνή του, και να επανασυστήσει την ποντιακή. Δεν έχω κάτι με τους Πόντιους, μισός Πόντιος είμαι κι εγώ, αλλά τη σύγχρονη ποντιακή τέχνη νομίζω ότι την εκπροσωπεί ο Θόδωρος Τερζόπουλος, όχι ο αδερφός του Γιώργου Κωνσταντίνου από τα Εφτά Κακά της Μοίρας μου.


Υ.Γ. Τιτανοτεράστιος σκηνοθέτης ο Θόδωρος αλλά πραγματικά, τέτοια φάτσα και τέτοιο ξερό κεφάλι (ακούστε μια συνέντευξή του, θα καταλάβετε) μόνο σε Πόντιο θα μπορούσε να ανήκει.

Y.Γ. 2 Συναφές κείμενο: http://siti.org/content/make-it-new